Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΔΗΜΗΝΙΚΟ Η ΣΟΥΠΑ

Στο καφενείο του Μασούρα Ρίζου
Δημηνίκος Ιωάννης ή Σούπας. Χαρ. Μασούρα- 25-3-05





Ν.Τ πες μας αυτό που έγινε με τον Τέκκα (Γιάννη Γουργιώτη);
Ιωάννης: ποιο, αυτό με τις φτέρες;
Χαρίκλεια: ε, αυτό να μην πεις; Ποιος ξέρ’ τι θα…..
Ιωάννης:
-Εϊ Γιαν, καλημέρα, που πας τη μέρα;
-Σιακάτ κατ’ του Γκούτζιμου ,που αλλού να πάνου;
-Να σε πω μια δ’λειά, μπορείς να την καμ’ς;
-Τι δ’λεια;
-Έχω παραγγελία απ' τον πλαταμώνα που φτιάχνουν καλύβια και θελ’ν φτέρες.
- θες πολλές;
-Ένα βαπόρι, λέω,
- Μη λες κανέναν άλλο θα τις μαζέψω εγώ.
-Να είμαι σίγουρος;
-Συγουρότατος, λέει
- Πάρε ένα εικοσάρ’ του λέω.
Αρχινάει την πρώτη μέρα, είχε δύο μπλάρια, έφτιαχνε δεμάτια, τον βρίσκει ο Γιάν'ς ο Γουργιώτης:

- Τι φτιάχνεις;
-Να ,κουβαλάω φτέρες
-Τι τις θες
- Να τις πάω στο γιαλό.
-Να ρθώ και γω, λέει ο Γιανακούλης.
-Όχι, τελειώνω σήμερα. Εγώ το είχα με το δεμάτι και αυτός τάφτιαχνε όσο το δυνοτόν μικρότερα γα να πάρει περισσότερες παράδες. Έβανε 50 δεμάτια στο ένα μπλαρ. Με βρίσκει μια βραδιά εδώ.
- Γιαν’ λέει τελείωσα.
- Να ρθω να δω πόσα έμασες και θα σε πληρώσω. Πήγα κατ’ εκεί και έβαλα τους κούτσκους του Τσιώρη που ήταν τζιουμπανούλια τότε και τις έκαψαν. Τι κάνετε εδώ ; τους λέω.
- Ανάβουμε φωτιές και πιάνουμε χταπόδια..

- Αυτές εδώ τις φτέρες τσιούξτιτες φωτιά κι θα φεγγοβολήσ’ ο γιαλός, Ήταν δυο ντάνες και τις άναψαν.
-Που τις έχεις ,λέω, δεν της είδα πουθενά.
-Καλά με κοροιδεύεις; Πήγε εκεί κατ’ και έρχεται εδώ το βράδυ.
-Μι τα έκαψαν τα ρημουσέλια τ’ Πλατσά. Τώρα τι θα τους πω που θα ρθει το καράβι;.
- Είχα δύο βδουμάδες που κουβαλούσα δομ τ’ς παράδις.
-φέρε το εικοσάρι, εδώ, του λέω.
Χαρίκλεια: πως δεν πήρε κανένας κανα κοντόξυλο να σε σκοτώσει.
Ιωάννης: Αλλά άμα πάαινε ο Γιανακούλης θα 'βρισκα τον μπελά μου.