Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Ανδρίτσιος Δημήτριος ή Μπλαντός (Μουσικός - βιολιστής)

Η οικογένειά μου – καταγωγή


Συνέντευξη στις 20-6-1995 στο σπίτι του.


   Γεννήθηκα το 1911 στις 15-20 Μάρτη και γω και η κυρά μου. Ήμαστε 84 χρονού και ο ένας και ο άλλος, ούτε η γυναίκα μου θυμάται ποια ημερομηνία γεννήθηκε. Τον παππού μου, το Γιώργη, δεν τον θυμάμαι. Τον πατέρα μου και τη μάνα μου τους έχω φωτογραφία μεγάλη, ψηλά (πάνω όροφο).
Η θκός μ’ η παππούς ήταν απ’ την Κάψτια, ήταν καμιά 15αριά έως 20αριά σπίτια εκεί, και ήταν τρία αδέρφια. Ο ένας, ο Γιώργος, ήρθε εδώ στον Μπλαντό σώγαμπρος και απομείναμε με τ’ όνομα Μπλαντός, γι’ αυτό μας λεν «Μπλανταί». Στα χαρτιά του απολυτηρίου είμαι γραμμένος σαν Δημήτριος Ανδρίτσιος ή Μπλαντός. Ο Μαγαλιός ο Ανδρίτσιος πήγε στην Νιβόλιανη, και ο Γιάννης πήγε στο Βόλο και δεν τον είδαμε ποτέ, - έχουμε και έναν στον Βόλο μ’ έλεγε ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου είχε αδερφό τον Κώστα, την Βασίλου την Μπαμπούλου που ήταν μάνα του Οδ. Γραμμένου, την Μαρία την Σπαχούλου, αυτή ήταν γυναίκα του Μήτσιου του Σπάχου, κάτω αυτού που είναι σώγαμπρος ο Γιώρς ο Μασούρας, που έχει το κορίτσι του Σπάχου, χάθηκε το σόι Σπάχος και η Φανιώ η Σουιαννούλου (Σουγιάννη).Τρία κορίτσια και δυο αγόρια. Ο Κώστας πήγε στο Καστρί, νοίκιασαν χωράφια. Αυτός από το βουνό, τώρα, πήγε στον Κάμπο, τον έμασε η ελονοσία και πέθανε. Απ’ τον Κίσαβο ζεις στο Καστρί; Ο Κώστας αυτός πήρε απ’ τη Σκήτη γυναίκα. Ο Κώστας είχε κορίτσι την Αλεξάνδρα. Όταν πέθανε ο μπάρμπας ο Κώστας πάαινα σχολείο, ήμουν 8 χρονών. Στου Κλεάνθη Δαλδά είχαμε σχολείο, και τον συνάντησα στου Μιχαλούλη όταν τον πάαιναν από γρίπη πέθανε, έπαιρναν γρύπες γερές τότε, φάρμακα και ενέσεις δεν υπήρχαν, ήταν από ‘κείνα τα κίτρινα τα χάπια, τα κινίνα, κοντά βγήκαν άλλα. Έχω αδερφή μόνο, τη Χαρικλή του Βασίλη του Θύμνιου, μάνα του Σταύρου που έχει το σούπερ στη Τρανή τη Βρύση.
Παντρεύτηκα το 1940 στις 20 Ιουλίου, δεν παντρεύτηκα νωρίτερα γιατί χαζοπλαλούσα, από που σου λέω, μακριά από μουσικοί….
Έχω παιδιά: το Γιάννη, Λένη του Βαγγέλη Πλατσά, την Κατίνα του Βάϊου Τσιάρα και τη Χρυσούλα του Σπύρου Γκουντάρα.
Ν.Τ.: πως τα πάντρεψες όλα;
Ανδρίτσιος: οι οικονομίες κάνουν παράδες. Κάηκα τρεις φορές Νίκο, τα σπίτια μου τα’ ‘καψαν οι Γερμανοί και οι Αντάρτες, πάντρεψα τέσσερα παιδιά, τρεις φορές έφτιασα σπίτια και δεν χρωστούσα σε κανέναν. Τον Βάϊο τον έδωσα προίκα 10.000, το Βαγγέλη 25.000 και τον Σπύρο 60.000.Τους πάντρεψα όλους και φράγκο δεν χρεώθηκα από κανέναν.



Πως ξεκίνησε με το βιολί:

 
Με πήρε ο πατέρας μου βιολί και ξεκίνησα από 9 χρονού, μ’ άφησε στο σπίτι ως δεκαπέντε μέρες γιατί πήγε στο Γκούτζιμπο και αφού μ’ έδειξε καναδυό φωνές, εκείνο ήταν, ήρθε και με βρήκε να παίζω δικά μου τρία ως τέσσερα τραγούδια, μοναχός μου, τα ‘λεγα εντάξει όμως, μ’ έδειξε μόνο ένα τραγούδι. Σ’ είπα είναι χαρίσματα αυτά.
   Πρώτη φορά που έπαιξα ήταν στο καφενείο που είχε ο Ψαρής, εδώ, στου Ζιάκα. Εγώ, ο πατέρας μου, ο Μίλτος Παπαστέφανος ο γκαβός που ήταν του Πίπα ο πατέρας και ο Γιάννης ο Πρασάς έπαιζε λαούτο, ένα δωμάτιο σπίτι ήταν το καφενείο. Μόλις πήγε δώδεκα η ώρα μ’ έδωσε πέντε δεκάρες ο πατέρας μου, και τις έβαλα στο χέρι, τις κρατούσα σφιχτά, και ήρθα στο σπίτι:
- Μάνα! μάνα!!!! φώναξα, σ' ίφιρα παράδες μάνα ! σ' ίφιρα πουλοί παράδες.
- Που είναι; Κοιτάει η μάνα μου και βλέπει τα λεφτά, ποιός σ’ τάδωσε;
- Αυτοί οι μπαρμπάδες που παίζαμε μαζί.
Με 5 δεκάρες το 1920 φορτώναμε το μπλάρ απ’ την Αγιά, ήταν παράδες… πενιντόλεπτο. Τότε ήταν δυο ψηλές μια χοντρή, δυο δεκάρες ίσον μια χοντρή, ήταν δεκάρα, πεντάρα και διούρα, εγώ πήρα πενταρούλ’.

 


Στην Νιβόλιανη, στο πανηγύρι



   Πάμε στην Νιβόλιανη, στο πανηγύρι, μαζί με τον Μιλτάκο (Μιλτιάδη Παπαστέφανο) και τον Γιάννη Γκαμπράνη (έπαιζε λαούτο)το 1945 ή 1946. Το καφενείο εκεί το είχαν οι Καρτσιωταί, ήταν γεμάτο, βογκούσε και ήταν κόσμος από δύο κόμματα, δεξιοί και αριστεροί. Κατά τις δύο ως τρεις η ώρα μας κερνούν τσίπουρα όλοι. Βρε παιδιά, λέμε, εσείς είστε οχτακόσοι εδώ, άμα μας κερνάτε ούλοι τσίπουρα, τι κάνουμε; Εγώ θέλου του Ζαχαριάδη το τραγούδ’, «τι έχουν τα ματάκια σου και είναι δακρυσμένα», ο άλλος, εγώ θέλου του Ζέρβα, «Ζέρβα μ’ σι θέλ’ η Βασιληάς», και πιάνονται μέσ’ στο καφενείο, το καφενείο ήταν στενόμακρο, βίτσα μέσα ο κόσμος. Τους λέω, «βρε παιδιά σταματάτε, τι μαλώνετε; πατριώτες είστε, αδέρφια, ξαδέρφια, τι είναι αυτά τα κακά; Άμα παίξω του Ζαχαριάδη ή του Ζέρβα, μήπως πρόκειται να ‘ρθουν εδώ και να σας πουν μπράβο; μη ζητάτε τέτοια τραγούδια, γλεντήστε όμορφα, ήρθαμε εδώ να παίξουμε και να χορέψετε. Αρπάζονται εκεί, γίνονταν χαμός. Εμείς, όταν πααινάμε σε γάμους και παγγύρια κοιτούσαμε να ήμαστε σε γωνία που να έχει και κάποιο παράθυρο για να μπορούμε να βγαίνουμε έξω. Αυτοί είχαν φασαρία και εμείς βγήκαμε απ’ το παράθυρο χωρίς να μας πάρουν χαμπάρ’. Να είναι σαν τα καβούρια μέσα, απ’ αυτού πλαλούντα, απ’ την Λιλίτσι κάτ’, μέσα στα πουρνάρια, όχι απ’ το δρόμο μην μας φτάσουν καταξεσκιστήκαμε.



ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ

   Δεν υπήρχαν ακορντεόν τότε, εγώ έπαιξα με τον πατέρα μου, με τον Κατουρογιάννη, τον Κώστα τον Μιζέλα (Ζεστούλη), τον Γιάννη τον Πρασσά, ο πατέρας μου έπαιζε κλαρίνο. Ο Κατουρογιάννης ή Γιάννης Δαλδάς έπαιζε λαούτο, ο Κώστας ο Μιζέλας ή Ζεστούλης λαούτο, ο Γιάννης Πρασσάς λαούτο, ο Πλάδας ήταν κοντά (αργότερα). Εκείνη την εποχή, του 20 ήταν ο Κατουρουγιάννης και ο Κώστας ο Μιζέλας, κοντά ο Γιάννης Νάκας, ο Μήτσιος Σπυρούλης, ο Χρήστος Γκούτζιμπας, ο Πλάδας, ο πατέρας μου έπαιζε από μικρό παιδάκι.
Στα Τρίκαλα λέγαμε το Τασιά μωρέ Τασιά σαν πας στην εκκλησιά θα ‘νάψεις δυο λαμπάδες και τέσσερα κεριά, εδώ έχουμε άλλα, εκεί άλλα.
Ν.Τ. Πως τα μάθαινες αυτά;
Ανδρίτσιος: Αυτά είναι χαρίσματα Νίκο…! Αυτό είναι χάρισμα εκ Θεού, για να μάθεις όργανο. Έχεις χάρισμα, θα βγεις, δεν έχεις χάρισμα και κάθε μέρα να σου λέει ο άλλος, από δω θα μπαίνουν, από κει θα βγαίνουν. Εγώ άμα άκουγα μια φωνή, εδώ, στο ράδιο, το έβγανα αμέσως. Μόλις άκουγα μια κομπανία να λέει ένα καινούργιο τραγούδι που δεν το ήξερα, με το βιολί αμέσως το άρπαζα. Αυτά είναι χαρίσματα και να πληρώσεις παράδες δεν γίνεται δουλειά. Πες το Βασίλη Λυγγέρη που πήγαμε κομπανία στα Τρίκαλα, με βιολιά, όργανα, μικρόφωνα σε γάμο. Εμείς στο γαμπρό και αυτοί στη νύφη. Μόλις πααινάμε πατινάδα έρχεται κάποιος και λέει:
- Αυτή τη δουλειά κάνετε;
- Όχ’ κάμουμι κι χουράφ’, ουργώνουμι, σπέρνουμι…..
- Έ, ρε παιδάκια μου, πώς αδικεύεστε.
Άμα άκουγαν το όνομά μου έρχονταν όλοι εκεί, η τέχνη έχει να κάμει, κάθε ένας στη δουλειά του, είσαι καλός; καλά, θα βγεις, δεν είσαι καλός, ψωμί δεν τρως, όπου και να πας, μια φορά, δυο, θα σε κυνηγήσουν.
Ο Γιώργος Μιχαήλ ή Σγκούρας έπαιζε καλό βιολί, πέθανε πρόσφυγας στην Τασκένδη, ο Νίκος Παπαστέφανος βιολί και ο Πατέρας του Μιλτιάδης έπαιζε Κλαρίνο.



ΣΤΟ ΣΠΙ

 

   Πήγα σε ένα χωριό στην Αικατερίνη, Σπι το 'λεγαν, μικρό παιδί ήμουν. Ένας γέρος 80 χρονών περίπου, τότε είχαν τους σκούφους, βάζει τον σκούφο καταή, εγώ έπαιζα και αυτός έβαζε λίρες, έπαιζα συνέχεια.
- Αυτό το σκούφο θα στον γιομώσω, μου 'λεγε, να μην χωράει άλλες.
- Βρε πατέρα μου είναι πολλά τα λεφτά.
- Μα με παλάβωσες, με χάζωσες, πάρε να ζήσης και εσύ καλά, είστε καλά;
- Ε, τι καλά… οικογένεια μεγάλη και πολύ φτώχια.
- Θα σε δώσω εγώ για να ζήσεις και συ, έχω εγώ παράδες.
Εγώ πρέπει να ήμουν 16 χρονών. Γιόμισε ένα σκούφο λίρες, τις έφερα εδώ έδωσα και τον πατέρα μου και άλλες τις σκόρπισα, δεν μαζεύεσαι όταν είσαι νέος. Τότε είχε 10-12 περίπου δραχμές η λίρα. Είχα τότε παντρεμένος 30 λίρες, έδωσα 28 λίρες και αγόρασα το μπλάρ, αλλά και ο πατέρας μου σπάταλος ήταν.



Ο Τσούκας

 

   Έπαιξα μαζί με τον Βασίλη Τσούκα που παίζει κλαρίνο και έχει με τον Χαλκιά βγαλμένες πλάκες. Ο Τσούκας ως πρόπερσι ζούσε. Αυτός έχει κιαμέτ’ πλάκες βγαλμένες. Ήταν τρανίτερος από μένα. Πήγα στα Γρεβενά στου παγγίρ’ του δεκαπενταύγουστου, ο Βασίλης ο Τσούκας έπαιζε κλαρίνο και ήρθε εκεί που έπαιζα και μ’ άκουσε κι ευχαριστήθκι. Με ρωτούσε από που είμαι:
- εγώ είμαι από κει που βαράει ο ήλιος, του είπα.
- την Κυριακή έχω γάμο θα ‘ρθεις εδώ και θα παίξεις και θα πάρεις παράδες πολλοί.
- μήπως ξέρω θκάς τραγούδια.
- Φτάνουν αυτά που ξέρεις, έχω και ένα λαούτο.
Με το όργανο έφτασα μέχρι την Νάουσα. Παενάμε σε γάμους και Παγγύρια.
Από δω για Καρίτσα, Πλαταμώνα, Λιτόχωρο, λεφτοκαριά μέχρι Κρανιά, Αιγάνη, Σκοτίνα με τα πόδια. Φεύγαμε από δω βαρούντα ο ήλιος και το βράδυ εφτανάμε, στο Πυργετό. Απ’ τον Πυργετό παίρναμε το τρένο.



ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



    Όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη ήμουν 17 χρονών. Έχεις να κάνεις σ’ αυτή τη δουλείά όλο με γυναίκες, είναι το επάγγελμα τέτοιο. Μακριά από δλιές σοφέρ, μπαρκαδώρου και μουσικού, έλεγαν. Έπαιξα στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον Θεσσαλονικιό που ο Θεσσαλονικιός ήταν το πρώτο βιολί της Ελλάδας. Έκαστα κανα εξάμηνο εκεί, αλλά ο πατέρας μου ήθελε να μ’ έχει εδώ για να παίζουμε μαζί, με ποιον θα έπαιζε στους γάμους; Πρώτα τον πλήρωνα τον Θεσσαλονικιό για να με μάθει όργανο και μετά παίζαμε μαζί στο μαγαζί, στα μπουζούκια, σε δέκα μέρες μ' έβγαλε μεράδι. Κάτσε εδώ μου λέει και πάρε μεράδι, όπως εγώ και συ. Οδός Εγνατίας 47 το 1928. Ήρθε ο πατέρας μου εκεί για να με πάρει και ο Θεσσαλονικιός έλεγε:
- Άστο Γιάννη το παιδί, έχει δάχτυλα καλά, παίζει καλά, εμένα με 'βαζε κάτω, 17 χρονών παιδί, ξέρεις τι θα γίνει αυτό;
- έχου τα βόδια να κάμουμι χουράφ’, έχουμι γάμ’.
- κακό θα το κάνεις το παιδί, αφού έχει τέτοια δάκτυλα, τέτοιο πάρσιμο, κι εγώ έπαιζα αλλά όχι έτσι. Αμέσως μόλις ακούσει τραγούδι μπαίνει μέσα. Άστο Γιάννη, τον παρακαλούσε τον πατέρα μου.
Τόσο μυαλό κι εγώ, σηκώθηκα και έφυγα. Ήταν φιλότιμος αυτός ο Θεσσαλονικιός. Εγώ κοιμόμουν στο ξενοδοχείο, είχα τις λίρες απ’ τον παππού, 10 - 11 μέρες τον πλήρωνα που με μάθαινε στο σπίτι, και το βράδυ στο μαγαζί αυτές τις 10 μέρες μ’ έβγανε και κανένα μεράδι. Εκεί ήταν και η Ρίτσα, αυτή με πήρε και κοιμόμασταν στο ίδιο το δωμάτιο.
Ν.Τ. Έφτιαχνες τίποτα;
Ανδρίτσιος: Πολύ έφτιαχνα όχι λίγο, ήμουν στα χαζά τα χρόνια. Αφού είδε ο Θεσσαλονικιός ότι στα μπουζούκια έπαιζα καλά, με λέει: Μέχρι εδώ με πλήρωνες εσύ, τάχα τι του έδωνα 1-2 φράγκα την ημέρα, απόψε λέει θα τα μοιράσουμε εξίσου. Είχαμε κομπανία 6-7 άτομα. Αυτός έπαιζε βιολί, το ίδιο και εγώ, σαντούρι, κιθάρες, λαούτα, δυο-τρεις γυναίκες που τραγουδούσαν. Μετά από δέκα μέρες μοιράζαμε ίσα. Αυτός τις περισσότερες φορές δεν έπαιζε, εγώ τα έβγαζα πέρα, τα ήξερα ούλα τα τραγούδια, απορούσε και αυτός με το μυαλό που είχα, ή παίξω εγώ ή δεν παίξω είναι σαν άχρηστο, μου λέει, εγώ κοντά σε σένα κατίντησα άχρηστος, αν καθίσεις ένα χρόνο δεν πρόκειται να σε φτάσω. Αυτός ήταν 45 χρονών. Ήρθε ο πατέρας μου και εγώ τόσο μυαλό, αφού μπιζέρισα εκεί, σηκώθηκα κι έφυγα. Η Ρίτσα μ’ έδωσε ένα δεκάρικο, είπε να της στείλω καναγράμμα αλλά δεν ξαναπάτησα στη Θεσσαλονίκη. Το βράδυ στο μαγαζί μοιράζαμε από 4-5 δραχμές ο ένας, αυτή είχε χρήμα πολύ, το ίδιο παίρναμε με αυτές αλλά αυτές έκαναν και την άλλη δουλειά, έλα, μου έλεγε, σήμερα πήρα 20-30-40 δραχμές, πολλά λεφτά, πάρε και εσύ το δεκάρικο… χρήμα σ' είπα.


ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ melivoia1 ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ- ΕΜΦΥΛΙΟ