Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΤΗΣ- ΑΠΟ ΟΔΥΣΣΕΑ ΒΑΪΟΥ ΤΣΙΝΤΖΙΡΑΚΟ

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΤΗΣ- ΑΠΟ ΟΔΥΣΣΕΑ ΒΑΪΟΥ ΤΣΙΝΤΖΙΡΑΚΟ

 "ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ - VIDEO - ΔΑΚΤΥΛΟΓΡΑΦΙΣΗ -ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΣΤΟ BLOG ΑΠΟ Ν.Τ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ-VIDEO ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΟΔΥΣΣΕΑ ΝΙΚ. ΤΣΙΝΤΣΙΡΑΚΟ. 
ΟΛΟΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΉΤΑΝ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΠΙΟ ΕΥΚΟΛΑ ΝΑ ΓΡΑΦΟΥΝ ΕΚΘΕΣΕΙΣ Ν.Τ."

Πασχαλινά έθιμα
της Αθανάτης

    Η άκλιτη λέξη το Πάσχα, που σημαίνει η Λαμπρή, η Ανάσταση, ο αμνός, ο οβελίας, έχει ρίζα Εβραϊκή και προέρχεται από το ρήμα pasach=παρέρχομαι, περνώ. Πάσχα λοιπόν είναι το πέρασμα, το διαβατήριο απ’ το θάνατο στη ζωή μέσα απ’ τη συμβολική επέτειο της Αναστάσεως του Ιησού. Καθορίστηκε ημερολογιακά η Κυριακή, που έρχεται αμέσως μετά την πανσέληνο ύστερα απ’ την εαρινή ισημερία (στις 21 Μάρτη). Μιλούμε πάντα για το ορθόδοξο Πάσχα κι όχι το καθολικό∙ γι’ αυτό ας ασχοληθούν οι καθολικοί. Κι αυτό γίνεται λόγω του ότι είναι γιορτή κινητή, οπότε είναι αδύνατο να κρατήσει σταθερή ημερομηνία, όπως τα Χριστούγεννα ή άλλες σημαντικές εορτές της Χριστιανοσύνης. Οι λόγοι για τους οποίους το Πάσχα είναι κινητή εορτή δε χρειάζονται καμιά επεξήγηση, μια κι είναι αυτονόητοι.

   Και πάλι μιλούμε για έθιμο. Κι όπως είναι φυσικό και ευνόητο η αναφορά στα έθιμα, το θέλουμε δεν το θέλουμε, αναγκαστικά μας οδηγεί στη σύγκριση διαφορετικών εποχών και καταστάσεων, οπότε και πάλι στα περασμένα θα ανατρέξουμε, μια και οι συνθήκες του σήμερα, οι αλλόκοτοι ρυθμοί της ζωής, τα ξενόφερτα ήθη, η τόσο ευάλωτη συνείδησή μας στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους, αλλά και η ολοένα και περισσότερο οξυνόμενη ανάγκη επιβίωσης, σπρώχνουν όλο και πιο πολύ στον Καιάδα του καιρού ό,τι το παλιό, αυθεντικό και γνήσιο.

   Για την Αθανάτη το Πασκαλιάτικο χρώμα άρχιζε ήδη να διαφαίνεται απ’ την Παρασκευή του Λαζάρου, όταν τα κοριτσάκια δύο ή τρία μαζί, συγγενικά ή φιλικά, απ’ τα χαράματα με το καλαθάκι στο χέρι γύριζαν πόρτα πόρτα τις γειτονιές και με κάποιο απ’ τα δύο παρακάτω έμμετρα στιχουργήματα καλούσαν “εν χορώ” τη νοικοκυρά να βγει και να τοποθετήσει από ένα αβγό στο καλαθάκι τους, για να τραβήξουν ύστερα σ’ άλλη πόρτα. Και κατά το μεσημέρι, αφού αποτέλειωναν το παιγνίδι του “Λάζαρου”, όπως επικράτησε, έφερναν τα αβγά στις μανάδες τους, προκειμένου ν’ ακολουθήσει η βαφή το πρωινό της Μ. Πέμπτης. Αξίζει νομίζω να θυμίσουμε αυτά τα δύο προπασκαλιάτικα κοριτσίστικα “ασματίδια” προσαρμόζοντάς τα, όσο γίνεται, στη δική μας διάλεκτο, όπως μου τα υπενθύμισε η Σταυρούλα Περδίκη.

Το πρώτο:

Του Λαζαρή του Λαζαρή

τ’ αβγό στου καλαθούλι,

του καλαθούλι μ’ θέλι αβγό

κι η τζιόπα μου κουκόσις!

κι η φούντα απ’ του τσιμπέρι μου

θέλει πέντι παράδις!

Σήκου, κυρά, κι δο μ’ τ’ αβγό

να πάου σ’ άλλη πόρτα.

Η άλλη πόρτα καρτιρεί

μι τουν παρά στου χέρι…

          Κι απου χρόνου !

Το δεύτερο:

Σήκου, Λάζαρη, κι μην κοιμάσι,

ήρθ’ η Λάζαρους ήρθαν τα βάϊα,

ήρθ’ η Κυριακή που τρων τα ψάρια…

- Πού ήσουν, Λάζαρη, πού ήσουν χαμένους;

- Μες στα χάντακα χαντακουμένους!

Δος μου δος μου λίγου νιράκι

να ξιπλύνου του στουματάκι,

που είν’ πικρό σαν του φαρμάκι…

                    Κι απού χρόνου !

   Φαντάζομαι πόσα απ’ αυτά τα κοριτσάκια θα απογοητεύτηκαν, όταν ύστερα απ’ το τραγούδι η κυρά δε σηκωνόταν ή, κι αν σηκωνόταν, δεν είχε να τους δώσει… Η Παρασκευή του Λαζάρου και για τις κυρές και για τα κοριτσάκια, ήταν η τελευταία των χαιρετισμών του Εσπερινού, οπότε αυτά τα ίδια κοριτσάκια στην εσπερινή ακολουθία απάλυναν κάπως μέσα τους με τον ψαλμό του “άσπιλε, αμόλυντε…”.

   Με τον ερχομού του Σαββάτου του Λαζάρου κι ύστερα απ’ τον εκκλησιασμό και τη μεταλαβιά των παιδιών με μια μικρή γιορτή στο σχολείο σταματούσαν και τα μαθήματα για τις διακοπές του Πάσχα, οπότε τα σχολαρούδια ξεχύνονταν σαν τ’ αγρίμια, που αναπάντεχα έσπασαν τα δεσμά τους, και τρέχουν στην ελευθερία τους, πάνω στο ολάνθιστο ανοιξιάτικο χαλί που το στόλιζαν μυριάδες ποικιλόχρωμα αγριολούλουδα μέσα στο ζουζούνισμα της μέλισσας και στο πέταγμα του χελιδονιού! Και κάτι παράδοξο, πάντα βέβαια σύμφωνα με το ορθόδοξο ημερολόγιο! Η ανάσταση του Λαζάρου λογικά θα έπρεπε να θεωρείται μια γιορτή απ’ τις πλέον βαρειές και επίσημες. Η εκκλησία όμως την πέρασε στα υποδεέστερα, δεδομένου ότι σκιάζονταν αφενός απ’ την επισημότητα της Κυριακής των Βαΐων, που ακολουθούσε, και αφετέρου απ’ την “προσδοκώμενη” Ανάσταση του Κυρίου, ύστερα απ’ τα άγια πάθη του! Έτσι στο ημερολόγιο βλέπουμε την απλή αναφορά “ανάστασις του Λαζάρου”, η οποία και τότε και τώρα καλύπτεται με μια σύντομη λειτουργία στην εκκλησία.

   Κυριακή των Βαΐων. Πρόκειται ουσιαστικά για την απαρχή των εορτών του Πάσχα. Επίσημη μέρα, γιορτή σημαντική, στην οποία πανηγυρικά εορταζόταν η κορύφωση της δόξας του Θεανθρώπου λίγο πριν ξεκινήσουν τα σεπτά του πάθη. Δε νοούνταν τούτη τη μέρα οικογένεια που να μην εκκλησιαστεί, δε νοούνταν σπίτι χριστιανικό, που να μην κρεμάσει στην πόρτα του “βάγια” απ’ αυτά που υποδέχτηκαν τον Ιησού “επί πώλου όνου καθήμενον”. Η Κυριακή “που τρων τα ψάρια” ήταν μια παρέκκλιση απ’ τη νηστεία της τρανής Σαρακοστής, πριν απ’ την αυστηρή νηστεία της Μ. Εβδομάδας, που ξημέρωνε. Λαμπρότατη η τελετή στην εκκλησία, όπου, όσο θυμάμαι, ο ιερέας διάβαζε προς το “χριστεπώνυμον πλήρωμα” την εγκύκλιο του Μητροπολίτη ενόψει της εβδομάδας των παθών και της προσδοκίας της Αναστάσεως.

   Τούτη τη μέρα η παράδοση του χωριού την ήθελε αυστηρά αργία, αποχή από κάθε γεωργική απασχόληση, αποχή όμως κι από κάθε διασκέδαση στην πλατεία ή στα καφενεία ή και στα σπίτια ακόμα. Ωστόσο το βράδυ, ύστερα απ’ την εσπερινή δέηση, ξεκινούσαν κατά κύματα οι επισκέψεις συγγενών, φίλων, γειτόνων, απλών συγχωριανών στα σπίτια όσων τη μέρα αυτή έχουν την ονομαστική τους. Ο Βάγιος και η Βάγια. Ονόματα πολύ γνωστά σε μας, αλλά όχι απ’ τα τόσο συνηθισμένα. Ήταν τότε που ακόμα η γιορτή, στα χωριά δε θεωρούνταν απλά ένα μέσο ανάπαυλας απ’ την εργασία∙ ήταν ταυτόχρονα αφορμή επικοινωνίας και σύσφιξης των σχέσεων! Το κρασί και το τσίπουρο στις επισκέψεις αυτές έρεε άφθονο και τα “μασλάτια” και οι “κουραχάνες” έδιναν κι έπαιρναν! Κάποιους παράωρους τους έβρισκε το πρωί στην τελευταία τους επίσκεψη! Τότε…

   Και ξημέρωνε η Μ. Δευτέρα. Απ’ τα χαράματα οι νοικοκυρές, αφού πρώτα ετοίμαζαν το κολατσιό του άντρα τους, που θα έφευγε για το χωράφι, ξεκινούσαν με τη λάτρα του νοικοκυριού, καθαριότητα, τίναγμα, πλύσιμο, ασβέστωμα στα πεζούλια και τις αυλές, ξεσκόνισμα και βάψιμο στους τοίχους και τα ταβάνια. Ζαλικώνονταν ύστερα τα βαρειά χειμωνιάτικα σκεπάσματα και τα χράμια τους και τραβούσαν ομαδικά στην πιο κοντινή ρεματιά της γειτονιάς. Κι αφού τα άφηναν ώρες μέσα στο ορμητικό νερό, τα άπλωναν στη συνέχεια πάνω στην πέτρα, όπου με το βαρύ κόπανο τα ξαλάφρωναν απ’ το νερό και τη χειμωνιάτικη κάπνα και κατακάθαρα πια τα στοίβαζαν στα πατάρια ή στα σεντούκια, για να τα βγάλουν ξανά τον επόμενο χειμώνα. Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη! Το νοικοκυριό έλαμπε, το σπίτι άστραφτε έτοιμο να υποδεχτεί κατακάθαρο τη Λαμπρή.

   Νωρίς το πρωί οι άντρες με τα μουλάρια ή τ’ άλογά τους φορτωμένα με τα σύνεργα της δουλειάς, τα κλαδευτήρια, τις τσάπες, τ’ αλέτρι, τραβούσαν πότε μόνοι, πότε ομαδικά, εφόσον τους έβγαζε ο ίδιος δρόμος, για τα χτήματά τους. Για το σκάψιμο του αμπελιού, το κλάδεμα της εληάς, το ράντισμα, το όργωμα της γης. Ξοπίσω τους οι γεροντότεροι με τον τορβά στο γαϊδουράκι για δουλειές πιο ελαφριές. Στα στενά δύσβατα και κακοτράχαλα μονοπάτια έβλεπες μέσα απ’ τα κλαριά ν’ ανεβαίνουν γραμμή ζωντανά και άνθρωποι και να χάνονται και πάλι απ’ τα μάτια σου στις ανηφορικές στροφές μέσα στην πρωινή ανοιξιάτικη αύρα, όπου έσμιγε στον αγέρα μια μουσική πανδαισία από καναρίνια, αηδόνια και κοτσύφια, καθώς καλωσόριζαν την άνοιξη πάνω στο ζευγάρωμά τους. Λαμποκοπούσε η πλάση στις πρωινές κατακόκκινες ηλιαχτίδες που πρόβαλλαν βιαστικές απ’ την ανατολή κι ανέβαιναν ψηλά σκορπίζοντας την ευλογία τους και τη ζωογόνα δύναμή τους πάνω στη φρεσκοβρεμένη γη της άνοιξης∙ ευωδιές κάθε λογής απ’ το ολάνθιστο θυμάρι, την κουτσουπιά, τη σουσούρα, τη μαργαρίτα, την αγριοκορομηλιά και το δυόσμο.
Κερασιά
................................................................................................
 Οι κερασιές και οι μηλιές, νυφούλες ολάνθιστες στη σειρά φάνταζαν κρεμαστοί κήποι μέσα στα μικρά περβόλια, που στόλιζαν τις πλαγιές. Στις ρεματιές κατέβαιναν με ορμητικό βουητό τα γάργαρα νερά απ’ τα λυωμένα χιόνια στις πλαγιές του Κισσάβου κι έτρεχαν βιαστικά κι ανυπόμονα να σμίξουν με το κύμα. Τα κλαριά φορτωμένα την πρωινή δροσιά έγερναν στα μονοπάτια μέσα στην απέραντη νιόβγαλτη βλάστηση, έτσι που να νιώθεις παραμερίζοντάς τα, για να περάσεις, ανοίγεις με τα χέρια σου λιβάδια του παράδεισου!
Ο Μεγαλάκος
.........................................................................................

   Ολούθε στις πλαγιές βελάσματα, κουδούνια, σάλαγος των γιδοβοσκών, που όλο και κάποιο νεογέννητο θα κρατούσαν στην αγκαλιά τους και φώναζαν στα ζωντανά τους προς τη βοσκή.
Ο Αντώνης Γαλανούλης του Ιωάννου στην παραλία της Βελίκας, στο βάθος ο Κάβος, αρχές του 1960. Τη φωτογραφία τράβηξε ο φίλος του Βάρδας Βασίλειος.
.............................................................................
   Κι έβλεπες παντού τ’ αγριολούλουδα να λαμπυρίζουν καθώς η πρωινή δροσιά τους ρουφούσε λαίμαργα τις ηλιαχτίδες και πάσκιζε να τις μετουσιώσει σε ζωογόνα δύναμη διαιώνισης! Ένιωθες, μέσα στην παραδεισένια γωνιά που περπατούσες, πως δε σε γέννησε μάνα∙ αισθανόσουν πως σε γέννησε η ίδια η φύση πάνω στον παροξυσμό του ανοιξιάτικου οργασμού της και σε πέταξε απαλά στη φρεσκοοργωμένη γη, που αναδύει από μέσα της την οσμή της υπόσχεσης για τη νέα σοδειά! Το καταλάβαινες πάνω στην απομεσημεριάτικη ζεστασιά της κοτρώνας, το έβλεπες μέσα στο φευγαλέο σούρσιμο της σαύρας, το οσμιζόσουν μέσα απ’ το μίσχο του αγριολούλουδου και το άγγιζες πάνω στο ντροπαλό ανθό της ανεμώνης. Σου το έφερνε στις αισθήσεις σου το κάμα του δειλινού, το σύννεφο που μάζευε το νερό, ο ήλιος που έγερνε στη νύχτα του, σημάδι πως η σημερινή του διαδρομή τέλεψε!

   Κι, όταν με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας του εσπερινού γύριζες απ’ το μόχτο της μέρας σου, πνιγόσουν στη μοσκοβολιά που ανέβαινε απ’ τις καθάριες αυλές, τις φρεσκοβαμμένες με το λουλακί του ασβέστη, έσμιγε στον αγέρα με το γιασεμί, το βασιλικό, την ολάνθιστη πασκαλιά! Σε υποδέχονταν οι φωνές των παιδιών στις αλάνες, τα λαχανιασμένα τρεξίματα απ’ το τόπι και το ξυλίκι, τα γέλια και τα πειράγματά τους μέσα στους μπαξέδες, στα πλακόστρωτα σοκάκια, στα γλιστερά καλντερίμια! Σε καλωσόριζε η χαρούμενη λαλιά του χελιδονιού, καθώς έβλεπε πως το “σπίτι” του σιγά σιγά τέλειωνε, έτοιμο να φυλάξει τα νεογνά του! Και με το σούρουπο γέμιζε η εκκλησιά της Παναγίας, καθώς με το φως των κεριών ψάλλονταν με κατάνυξη η ματωμένη πορεία του Νυμφίου προς τη σταύρωσή Του!

   Με το ξημέρωμα της Μ. Πέμπτης η κάθε νοικοκυρά επιδίδονταν στο βάψιμο των αβγών “με το αίμα του Χριστού” κατά το πανάρχαιο και πατροπαράδοτο έθιμο. Με την ίδια μπογιά στη συνέχεια πήγαινε και σχημάτιζε ένα μικρό σταυρό στο μέτωπο των παιδιών της με την απλοϊκή πίστη ότι ενσταλάζει μέσα τους το αίμα του Κυρίου, προχωρούσε ύστερα, για να κάμει το ίδιο στα ζωντανά και στα οπωρικά της. Κι όταν αποτελείωνε και μ’ αυτά, πήγαινε στο κοιμητήριο του χωριού κι άφηνε ένα κόκκινο αβγό στον τάφο του νεκρού συγγενούς της, εφόσον βέβαια υπήρχε νεκρός, που ακόμα δεν τον είχαν “βγάλει”. Πιτσιρικάδες ακόμα, θυμάμαι, μόλις αντιληφθήκαμε πως ο νεκρός δεν απλώνει το χέρι του στο αβγό, αρχίζαμε τις επιδρομές στους τάφους κι όποιος μαζέψει τα πιο πολλά! Να ήταν η ανέχεια που μας έσπρωχνε άραγε ή μήπως η ψυχολογία του απαγορευμένου; Μπορεί και τα δύο …

   Παντού στους δρόμους αντηχούσε το “σήμερα μαύρος ουρανός…” απ’ τα παιδάκια, που γύριζαν τα σπίτια. Κι η Μ. Πέμπτη ήταν κατά την άτυπη παράδοση του χωριού μέρα μόνο για ελαφριές δουλειές του νοικοκυριού κι αυστηρής αποχής απ’ τα χωράφια. Οι γριές, προκειμένου ν’ αποτρέψουν τους νέους άντρες απ’ το σκάψιμο ή το όργωμα, διηγούνταν, ψέματα αλήθεια, μύθους και περιστατικά ανθρώπων του παρελθόντος, οι οποίοι αψήφησαν αυτή την παράδοση κι ύστερα: “η άλλη Πασκαλιά δεν τους βρήκε…”. Δε νοούνταν τη μέρα της σταύρωσης του Θεανθρώπου ο πιστός Χριστιανός να δουλεύει τη γη! “Μόνο οι Τούρκοι τα φκιάνουν αυτά…” άκουγες. Και το βράδυ η εκκλησία βούιζε, καθώς έβγαινε η σταύρωση κι ακολουθούσαν τα 12 Ευαγγέλια μέσα σε ατμόσφαιρα δέους και κατάνυξης, όπου η επιβλητική και υποβλητική μαζί παρουσία του σεβάσμιου Παπακώστα μας έκαμνε ν’ ακολουθούμε νοερά και ενεργά μαζί την πορεία του Ιησού προς το γολγοθά του προσδοκώντας αχνά στα μύχια της ψυχής μας την εξιλέωση και την ανάσταση του ίδιου του ανθρώπου! Είμαστε ακόμα παιδιά απονήρευτα∙ δε μας είχε ποτίσει ακόμα η ψευτιά και η υποκρισία του πολιτισμού και του κέρδους!

   Με τον ερχομό της Μ. Παρασκευής, απ’ τα χαράματα άρχιζε να χτυπά η καμπάνα πένθιμα. Τρέχαμε στην εκκλησία νέοι και γέροι, άντρες και γυναίκες, κορίτσια κι αγόρια, μανάδες με τα μωρά στην αγκαλιά τους, κρατώντας στα χέρια άνθη και άνθη και μ’ αυτά ραίναμε ευλαβικά τον Επιτάφιο. Ολόκληρη τη μέρα ένιωθες να σε βαραίνει μια πένθιμη θλίψη, να σκορπίζεται στον αγέρα το δέος και η ευλάβεια, που ολοένα και πιο πολύ εντείνονταν, όταν τύχαινε – και τύχαινε συχνά – ο κατάμαυρος ουρανός να ετοιμάζεται να ξεσπάσει τη μπόρα του. “Πασκαλιά δίχως βροχή δεν περνάει…” έλεγαν συχνά πυκνά οι παππούδες μας. Στην εκκλησιά, ολημερίς έμπαιναν κι έβγαιναν οι προσκυνητές, στα καφενεία ή στην πλατεία οι άντρες δυσθυμούσαν που δε μπορούσαν να πιουν φανερά κι αναγκάστηκαν να ρίχνουν το τσίπουρο στο φλυτζάνι του καφέ, κάποιοι άλλοι που αρέσκονταν στο χαρτοπαίγνιο πήγαιναν πάνω κάτω νευρικοί, γιατί “σήμερα είναι κρεμασμένος ο βαλές!”.
Κανένας δεν εργάζεται την Μεγάλη Παρασκευή


Γύρω στο απόγεμα όσες γυναίκες είχαν βαφτιστήρια, τα επισκέφτονταν, προκειμένου να τους πάνε το δώρο και την αναστάσιμη λαμπάδα! Μ. Παρασκευή. Μέρα πένθους, αυστηρής νηστείας και κατάνυξης!





Οι νέοι την Μεγάλη Παρασκευή





    Ώσπου νύχτωνε. Οι οικογένειες με τις λαμπάδες στο χέρι έμπαιναν στο ναό για τη λειτουργία πριν την περιφορά. Κι ύστερα απ’ τα 3 απολυτίκια, που τα ξεκινούσε ο ιερέας, τα συνέχιζαν διαδοχικά οι ιεροψάλτες και τα αποτέλειωναν αρκετές αυτοσχέδιες ομάδες των πιστών, ακολουθούσε η περιφορά του επιταφίου. Σχηματίζονταν ξοπίσω μια τεράστια πομπή με τις λαμπάδες αναμμένες στα χέρια και με συναισθήματα, που δύσκολα κανείς μπορεί να συντάξει τις λέξεις, ώστε να τα περιγράψει! Η πομπή, ύστερα από μια στάση έξω απ’ το κοιμητήριο, όπου ο ιερέας ανέπεμπε τη δέησή του για τους “κεκοιμηκότας” ξεκινούσε και πάλι για να καταλήξει ξανά στην εκκλησία, όπου και γινόταν η εναπόθεση του επιταφίου. Συμβολικά τα πάθη του Κυρίου έπαιρναν τέλος με το σεπτό ενταφιασμό του. Οι γυναίκες με τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια τους με τις αναμμένες λαμπάδες και σχημάτιζαν με την κάπνα της φλόγας ένα συμβολικό σταυρό στο ανώφλι της εξώπορτας με την πίστη ότι το σπίτι τους φιλοξενεί το σώμα του Ιησού. Οι άντρες περνούσαν για λίγο απ’ το καφενείο για “ένα τελευταίο”. Ήταν οι εποχές όπου κανένας τότε δε μπορούσε να φανταστεί ότι σε λίγες δεκαετίες ο κόσμος θα βιάζεται να διώξει άρον άρον την περιφορά και να τρέξει στο τσιπουράδικο, αφού από μέρες έχει ήδη κρατημένο τραπέζι, όπου και θα το γλεντήσει γερά απολαμβάνοντας τα κάθε λογής τρεψιλαρύγγια! Κι αυτά τη Μ. Παρασκευή! Τη μέρα που υποτίθεται ότι η χριστιανοσύνη πενθεί τη σταύρωση και τον ενταφιασμό του Θεού της! Είναι πια ν’ αναφωνεί κανείς με αγανάχτηση το πασίγνωστο: O tempora, o mores! (= Ω καιροί, ω ήθη!).

   Μέγα Σάββατο. Ουσιαστικά μέρα προετοιμασίας για την Ανάσταση και την Πασχαλιάτικη γιορτή. Οι γυναίκες απ’ το πρωί με τις ετοιμασίες του νοικοκυριού, οι άντρες με τα ζωντανά τους στο σπίτι ή και στο χωράφι ακόμα, αλλά όχι πέρα απ’ το μεσημέρι. Οι πιτσιρικάδες, όπως και την κάθε μέρα των διακοπών, στις αλάνες και τους μπαξέδες για το ξεφάντωμά τους. Το απόγευμα ξεκινούσε και η διαδικασία για την ετοιμασία του “αμνού” του Πάσχα με προτίμηση στο κατσίκι κυρίως. Αρνιά στο χωριό μας σπάνια έτρεφαν οι κάτοικοι από παράδοση.
Ο βοσκός Τάκης Ρήγας, μένει μόνιμα στην περιοχή του μοναστηριού. Όλα τα χρόνια ασχολείται με την βοσκή των ζώων, ενώ μπορεί να πει ατέλειωτες ιστορίες.
...........................

    Και κάθε σχεδόν οικογένεια τότε φύλαγε και κάποια οικόσιτα, γίδες κυρίως με κατσίκια, τόσο για το γάλα, όσο και για τον “αμνό”. Ήταν τα γνωστά μανάρια. Κι όσοι άντρες κάτεχαν από γδάρσιμο, είχε καλώς. Αναλάμβαναν οι ίδιοι το σφάγιο. Διαφορετικά περίμεναν τη σειρά τους, ώσπου να περάσει κάποιος απ’ τους “γδάρτες”, οι οποίοι απ’ το πρωί περνούσαν προγραμματισμένα απ’ τα σπίτια με αμοιβή του μόχθου τους το τομάρι του σφάγιου! Δυο απ’ τους σημαντικότερους, που έκαμαν “καριέρα” σ’ αυτή την επίδοση, ήταν ο Γιάννης Χαρατσής ή Ταγματάρχης (μακαρίτης τώρα), ο Καραμάνης Στέφανος ή Ζαχιάς κι ο Βασίλειος Κελλάρης ή Καρατσίλας, ο οποίος, παρόλο που πέρασε τα 70 του, συνεχίζει ακάθεκτος, όπως στα νιάτα του! Ας είναι καλά να συνεχίσει για χρόνια…

Γιάννης Χαρατσής ή Ταγματάρχης

ΚΕΛΛΑΡΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ Η ΚΑΡΑΤΣΙΛΑΣ
..............................................................................
Ο Στέφανος Καραμάνης ή Ζαχιάς, νέος, όταν είχε τα χίλια γίδια.


   Η αναστάσιμη καμπάνα λίγο πριν τα μεσάνυχτα καλούσε τους πιστούς να τρέξουν στο χαρμόσυνο γεγονός της Αναστάσεως. Ο αρχηγός της οικογένειας κρατούσε μαζί του και τη λαμπάδα της Αναστάσεως, προκειμένου να την αφήσει στην εκκλησία, όπως υπαγόρευε το έθιμο.
Ανάσταση στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Ο Δήμαρχος Αντώνης Γκουντάρας, οι Δημοτικοί σύμβουλοι από Μελίβοια Γιώργος Βαλάρης και Αντώνης Μπελιάς, και ο πρόεδρος της Μελίβοιας Αθανάσιος Μπελιάς 





(Ν.Τ. Αυτή τη φωτογραφία τη χαρίζω σε όλους αυτούς που προσβλήθηκαν από την ενέργειά μου να βγάλω φωτογραφίες τόσο τη Μεγάλη Παρασκευή, όσο και την στιγμή του "Δεύτε Λάβετε Φως". Ήταν τόσο πολύ αηδιασμένοι από την ενέργειά μου αυτή που φώναζαν, με αποτέλεσμα να έρθουν στα αυτιά μου όλα αυτά που έλεγαν. Πρέπει να ξέρουν όμως ότι, όλα αυτά που γράφονται εδώ στο blog, μαζί και οι φωτογραφίες και τα βίντεο, είναι μια επανάληψη για να τα δουν τα παιδιά τους, που δεν πρόλαβαν να έρθουν τόσο στον επιτάφιο, όσο και στην Ανάσταση, για να είναι παρόντες του χρόνου. Αυτές τις φραστικές επιθέσεις τις δέχτηκα αρκετές φορές και σε διάφορα άλλα μέρη, αλλά εσείς οι νέοι που θέλετε να ασχοληθείτε με την προφορική ιστορία ή Λαογραφία ή με τον Πολιτισμό μην ακούτε αυτές τις φωνές, έχουν τους λόγους τους αυτοί που τα λένε αυτά, έχουν ίσως τα προβλήματά τους, που προσωπικά δεν έχω την δυνατότητα να τους τα λύσω, γιατί δεν είμαι εγώ ο αρμόδιος.)


 Αμέσως με το: “δεύτε λάβετε φως”


Με το: “δεύτε λάβετε φως” οι νέοι προσπαθούν να πάρουν πρώτοι το φως από τον ιερέα (2011). Παλαιότερα αυτή τη θέση, κατείχαν οι μεσήλικες.
.....................................



   Και μέσα στη χαρμόσυνη φωτοχυσία των κεριών, συχνά στο προαύλιο του ναού, μόλις πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, ύστερα απ’ τη συσκότιση και το “δεύτε λάβετε φως” ψάλλονταν πρώτα απ’ τον ιερέα και στη συνέχεια “εν χορώ” το “Χριστός ανέστη εκ νεκρών…” μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από τους χτύπους της καμπάνας, τους πυροβολισμούς στον αέρα παλιά, και τις πολύχρωμες κροτίδες αργότερα, τις ευχές, τους ασπασμούς, την εκδήλωση της απροκάλυπτης χαράς από όλους, καθώς πήραν τέλος τα πάθη και η Χριστιανοσύνη γιορτάζει το Πάσχα Κυρίου! Το πέρασμα, το διαβατήριο δηλαδή απ’ το θάνατο στη ζωή!
   Με το “δι’ ευχών…” το εκκλησίασμα σκορπίζονταν με ευχές και οι γυναίκες κρατώντας το αναστάσιμο φως βιάζονταν για τα σπίτια τους, προκειμένου μ’ αυτό ν’ ανάψουν την κανδήλα της Παναγίας και να ετοιμάσουν το αναστάσιμο τραπέζι με τη μαγειρίτσα και το κόκκινο αβγό για το τσούγκρισμα! Οι άντρες και πάλι έδιναν για λίγο το παρόν τους στα καφενεία, όπου πλέον αντηχούσαν τραγούδια, χοροί, ξεφαντώματα, ύστερα απ’ τη βουβαμάρα μιας ολόκληρης Σαρακοστής. Έφτασε επιτέλους το Πάσχα!

   Το πρωί της Κυριακής, μια και δεν τελούνταν πλέον η θεία λειτουργία, οι άντρες έβγαζαν το υποζύγιό τους, μουλάρι ή άλογο, σε καθορισμένο χώρο ακριβώς έξω απ’ το χωριό, στο ξέφωτο που έμεινε με την ονομασία “Τσιρέα”, όπου και το παραλάμβαναν εκείνοι που τις μέρες του Πάσχα μάζευαν όλα τα υποζύγιο του χωριού για βοσκή έναντι κάποιας αμοιβής. Ήταν κι αυτό ένα απ’ τα παλιά μας εθίματα. Έτσι και οι άντρες ξένοιαζαν απ’ την ολοήμερη φροντίδα του ζώου και κάποιοι, που θυσίαζαν το Πάσχα, έπαιρναν την αμοιβή τους. Ένας κύκλος σχέσεων που στηριζόταν στον αγροτικό τρόπο ζωής. Απ’ όσο μπορώ να ξέρω απ’ τους παλιότερους, που επί χρόνια μάζευαν μουλάρια το Πάσχα ήταν ο Μιλτιάδης Βαλάρης, ο Αντώνης Μπάτσικας του Θεμιστοκλή, ενώ απ’ τους νεότερους συνεχιστές του ήταν ο Κώστας Κρανιώτης, ο Νίκος Γκουντάρας (Κόλιας), ο Φώτης Γουριώτης, ο Βασίλης Δουβώρης, ο Γιάννης Γκουντάρας και άλλοι, που τώρα μου διαφεύγουν.

+
Η φωτογραφία στην πλατεία. Στη μέση της φωτογραφίας ο Γιάννης Γκουντάρας, Μόσχος Γκουντάρας, Κώστας Κρανιώτης, Μπάτσικας Βαγγέλης και Αποστόλης Πλατσάς.














Βαλάρης Μιλτιάδης                       
                                                                Νίκος Γκουντάρας ή Κόλιας















Δουβώρης Βασίλειος 


                                                                                                                          Γουργιώτης Φώτης


Κρανιώτης Κώστας
............................................................................................................................... 
   Το πασχαλινό τραπέζι στρώνονταν νωρίς νωρίς, εφόσον οι πιο πολλές οικογένειες εκείνα τα χρόνια προτιμούσαν τον “αμνό” μαγειρευτό, παρά στη σούβλα. Χάζι, μεγάλο είχε και το τσούγκρισμα του αβγού, όπου σοφιζόμασταν πονηριές και πονηριές να είμαστε εμείς οι νικητές στο τέλος! Οι οικογένειες όμως που ήταν εκτεταμένες, αυτές δηλαδή που στέγαζαν στο ίδιο νοικοκυριό δυο και τρεις παντρεμένους γιους με τις φαμίλιες τους ή όσοι φιλοξενούσαν επισκέπτες προχωρούσαν και στη σούβλα, οπότε από διάφορα σημεία του χωριού άκουγες φωνές, τραγούδια, σφυρίγματα και χαχανητά, καθώς έστηναν γύρω απ’ τη σούβλα αληθινό πανηγύρι, που κρατούσε ως αργά το απόγευμα.




..................................................................................................................................................

   Το μεσημέρι ξεκινούσε το γενικό γλέντι στην πλατεία του Αγίου Νικολάου. Πρώτοι πήγαιναν οι άντρες κι έπιαναν παρέες παρέες τα τραπέζια γύρω απ’ την περιβόητη “παράγκα” της πλατείας. Τη δούλευαν, θυμάμαι, ο Γιώργος Μπάκαβος, Κανδυλάρης Στέφανος ή Καραμήτσιος κι οι, μακαρίτες σήμερα, Βασίλης Μπαντάνης μαζί με τον Νίκο Μπαντάνη. Σύμφωνα με την αυστηρή παράδοση του χωριού οι παρέες αυτές δεν διανθίζονταν απ’ τη γυναικεία παρουσία. Διατηρούνταν ανέκαθεν αμιγώς αντρικές και στη συντροφιά και στο ποτό και στο γλέντι. Οι γυναίκες και τα παιδιά έπιαναν την “κερκίδα” κατά μήκος του δρόμου δίπλα στο καμπαναριό ή ανέβαιναν στα μπαλκόνια των γειτονικών σπιτιών κι από κει παρακολουθούσαν τα “δρώμενα”.









Στο βάθος η Παράγκα
...............................................................................................................................
 Το γραμμόφωνο της “παράγκας” έπαιζε αδιάκοπα τα “σουξέ” της εποχής, ώσπου να φτάσουν οι ντόπιες λαϊκές κομπανίες! Κι ήταν τόσο πολλές. Αξίζει, νομίζω, ν’ αναφερθούμε στο ιστορικό μιας απ’ αυτές. Την ξεκίνησαν με προθυμία και αισιοδοξία ο ηλικιωμένος ήδη Μιλτιάδης Μπαντάνης (κλαρίνο) και οι δύο νεαροί μαθητευόμενοι Βάϊος Τσοποτός (βιολί) και Κώστας Περδίκης (κιθάρα). Οι νεαροί οργανοπαίχτες έκαναν όνειρα για καριέρα λαμπρή. Πρόλαβαν μάλιστα να παίξουν σε κάποιους γάμους και σε ορισμένα λαϊκά πανηγύρια, αλλά η κομπανία έμελε γρήγορα να διαλυθεί κατά τρόπο εντελώς αναπάντεχο και πέρα για πέρα άδοξο εξαιτίας μιας… αλεπούς.


Η φωτογραφία είναι από το ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΜΟΣ 27. Ο χωριανός μας Αθανάσιος Μπάτσικας έγραψε για τον παραδοσιακό γάμο στη Μελίβοια.
.................................................................................
    Ένα βράδυ ο “μαέστρος” της κομπανίας, ο Μιλτιάδης, αντιλήφτηκε ότι στο κοτέτσι του μπήκε αλεπού, περιστατικό βέβαια απ’ τα συνηθισμένα κατά τα χρόνια εκείνα. Στην προσπάθειά του να τη διώξει πέρασε το δεξί του χέρι μέσα στη μικρή τρύπα της πόρτας του στάβλου, προκειμένου να σηκώσει το μάνταλο! Η αλεπού από μέσα, καθώς οσμίστηκε τον “εχθρό”, όρμησε και του έκοψε το ακροδάχτυλο! Όταν το επόμενο πρωινό οι δύο νεαροί πήγαν στο σπίτι του Μιλτιάδη για το καθιερωμένο μάθημα, ο “μαέστρος” γύρισε και τους ανακοίνωσε με ύφος επίσημο: “Παίδες, η κομπανία από σήμερον διαλύεται, διότι πονηρά τις αλώπηξ απέκοψέ μι (μοι;) τον δάκτυλον! Και ιδού…”. Ακολούθησε για λίγο ένας κωμικοτραγικός διάλογος μεταξύ τους, καθώς οι δύο “μαθητές” έβλεπαν να μένουν μετέωροι, ενώ ο μαέστρος ήταν ανένδοτος: “Η κομπανία διαλύεται…”. Το σχετικό περιστατικό μου το αφηγήθηκε αρκετές φορές ως τώρα ο Κώστας Περδίκης και πολλές φορές μου μετέφερε και το σχετικό διάλογο. Μου είπε επιπλέον και το πώς ο Μιλτιάδης δικαιολόγησε στο τέλος και τη διάλυση της κομπανίας: “Η κακούργα, μου αχρήστευσε πλέον και το όργανό μου! Δεν δύναμαι να παίξω στο εξής το ντο…”. Αυτά για την ιστορία. Το περίεργο όμως βρίσκεται αλλού. Ο Μιλτιάδης, μακαρίτης πια από χρόνια, χωρίς να γνωρίζει γράμματα, επέμενε στο να εκφράζεται στην καθαρεύουσα και μάλιστα είχε τάση προς την άκρα καθαρεύουσα! Προφανώς ακολουθούσε κάποια παλιά οικογενειακή του παράδοση. Εντύπωση όμως κάνει εκείνο το “μι” (μοί;) ως αντικείμενο του απέκοψε! Το βέβαιο είναι πως δεν είπε “μου”. Διατηρώ στη μνήμη μου αρκετές ακουστικές παραστάσεις της ομιλίας του, παρά τα χρόνια που πέρασαν. Να ήθελε άραγε να χρησιμοποιήσει την αρχαία δοτική “μοι”; Πολύ πιθανό, αλλά απορώ που την έμαθε τη δοτική…

   Ας επανέλθουμε όμως στην Πασχαλιάτικη εκδήλωση της πλατείας. Πιοτό άφθονο, ο χορός, σπάσιμο πιάτων πάνω στην πίστα ήταν η έκφραση του γιορτινού “καθωσπρέπει” αντρισμού της κλειστής κοινωνίας μας. Δεν ήταν λίγες και οι φορές που σε κάποια γωνιά της πλατείας μαζεύονταν όλη η στρατεύσιμη ηλικία και με το γύρισμα του οβελία το γλεντούσε γερά, προτού να ντυθεί το χακί.

Λίγο πριν φύγουν για φαντάροι.
.....................................................................................................
  Φορές πάλι κάποιοι που σε λίγο σκόπευαν να φύγουν μετανάστες έστρωναν ομαδικά το τελευταίο τους γλέντι στην πατρίδα! Κι αναφέρομαι στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60, τότε που έφευγαν “καραβιές”, προκειμένου να βρουν την τύχη τους σε κάποια Γερμανική Φάμπρικα ή στη μακρινή Αυστραλία ή στον Καναδά ή όπου αλλού τους έβγαζε ο δρόμος. Είχε πληθυσμό όμως το χωριό. Διαρκώς έφευγαν, αλλά και πάλι ήταν γεμάτο.

     Δεν έλειπαν απ’ τις εκδηλώσεις αυτές και ορισμένοι γραφικοί τύποι, που η παρουσία τους και μόνο έδινε άλλη νότα. Όσο και να μη θέλω, δε μπορώ να μην αναφερθώ ξανά στο “θείο”. Είχε στημένη την ψησταριά του δίπλα στην παράγκα, κάτω απ’ τον έλατο και καρτερούσε τέτοιες μέρες να σουβλίσει το κοκορέτσι του για μεζέ στους γλεντζέδες. Αυτά ήταν τα “πράγματα” που διαλαλούσε με κείνη την εκφραστική μάγκικη προφορά του. Άφησε κι αυτός εποχή.
Δεξιά ο Δημήτρης Ράπτης ή "Ναίγια, πράματα" όπως έμεινε να ονομάζεται, μαζί με τον Αντώνη Σπυρούλη του Δημητρίου ή Αντώναρο.
.............................................................................................
   Ήταν ασφαλώς αρκετοί άλλοι, καθένας με τη φιλοσοφία, τις ιδιοτροπίες και τα χούγια του, που τέτοιες μέρες αναστάτωναν το σύμπαν με τα καμώματά τους. Το χωριό τους είχε συνηθίσει και η τυχόν απουσία τους πάντα δημιουργούσε ερωτηματικά.

   Οι ανύπαντροι νεαροί, υποψήφιοι γαμπροί, συναγωνίζονταν στις τρέλες, τις μαγκιές, τις “εξηγήσεις” τους, το χορό και τα σπασίματα πάνω στην πίστα, έκαμναν ό,τι μπορούσαν, για να κεντρίσουν το ενδιαφέρον και να τραβήξουν την προσοχή των κοριτσιών, που τους παρακολουθούσαν από ψηλά στην “κερκίδα”. Κι αυτές με τη σειρά τους ανάδευαν στο νου τους σκέψεις και τρόπους μυστικής προσέγγισης, ώσπου νάρθει επίσημα η ώρα του προξενιού, οπότε οι νέοι θα τις ζητούσαν πλέον επίσημα απ’ τους γονιούς τους! Βλέπεις, εκείνες τις εποχές δεν υπήρχαν άλλες δυνατότητες να ιδωθούν οι νέοι πέρα απ’ τις αναγκαστικές εξόδους του κοριτσιού απ’ το σπίτι: Χορός, εκκλησία, λίγο στη βρύση για νερό ή ένα βιαστικό “πέταγμα” ως το μπακάλικο. Έτσι οι χοροί στον Αη Νικόλα έπαιρναν και το χαρακτήρα του πιο σημαντικού νυφοπάζαρου, δεδομένου ότι οι πιο πολλοί νέοι του χωριού παλιά από εκεί ξεκίνησαν τη γνωριμία τους και την έδεσαν στη συνέχεια με το γάμο.


Αριστερά και πάνω οι γυναίκες που "σεριανίζουν".
..........................................................................................
 Κάπου, βέβαια, εκεί γύρω στο ’62-’63, οι τότε “γραμματιζούμενοι” του χωριού, ο Αποστόλης Αναγνωστούλης και η παρέα του πήγαν να φέρουν άλλα “ήθη” και επιδίωξαν να καθιερώσουν τη “βόλτα”.

Οι "μάγκες" της εποχής του '60 Παπαρίζος Βασίλης και Αναγνωστούλης Απόστολος.
.....................................................................................................
   Πράγματι για κάποιο διάστημα τις Κυριακές και τις αργίες μετά το απομεσήμερο ο κεντρικός δρόμος του χωριού απ’ την τρανή βρύση μέχρι και την Πατσιούκα και Αγία Κυριακή γέμιζε, ασφυκτικά θα έλεγα, από κόσμο, νεαρούς κυρίως, που πήγαιναν κι έρχονταν ασταμάτητα. Ήταν μια κίνηση, μια καινοτομία που άφηνε αρκετή αισιοδοξία, αλλά όταν οι νεαροί αυτοί τακτοποιήθηκαν επαγγελματικά και έφυγαν απ’ το χωριό, χάθηκε και η “βόλτα” προτού προλάβει ουσιαστικά να γίνει θεσμός. Κάτι ανάλογο πήγε να γίνει και με την ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού, αλλά η προσπάθεια δεν καρποφόρησε.


Από τους πρώτους που έπαιζαν μπάλα στα Μπαΐρια

   Φορές πάλι ορισμένα “μαγαζιά” έφερναν και επαγγελματικές ορχήστρες, μικρού βεληνεκούς βέβαια, οι οποίες συχνά έφερναν μαζί τους και μια “ντηζέζ”, η οποία μάλλον διακοσμητικό ρόλο έπαιζε, καθώς στεκόταν ανάμεσα στους οργανοπαίχτες με το ντέφι της! Για τα κλειστά ήθη του χωριού η “ντηζέζ” φάνταζε γυναίκα έκφυλη, “δόλωμα” για τον αντρικό πληθυσμό, εξώλης και προώλης! Σαν όνειρο η μνήμη μου γυρνάει σε κάποια Φρειδερίκη! Κι οι άντρες, αφού νύχτωνε κι έφευγαν από πάνω τους τα “αδιάκριτα” μάτια των γυναικών, αρκετοί απ’ αυτούς πάνω στο πιοτό τους έσπαγαν φραγμούς και ηθικές πιστεύοντας έτσι πως απελευθερώνονται.

Το 1960 στου Αντώναρου το καφενείο που είχε "ντηζέζ"
........................................................................................................

Αριστερά ο Γιάννης Γραμμένος ή Ζουμαΐλης και δεξιά ο Αντώνης Παπαρίζος ή Κούριας σε καφενείο του χωριού εποχή του '60
...........................................................................................................

   Με το χτύπημα της καμπάνας του εσπερινού το γυναικομάνι άρχιζε σιγά σιγά να διαλύεται, οπότε όλο το γήπεδο έμενε στο κυρίαρχο αντρικό φύλο. Ορισμένοι πλέον μπορούσαν να πιουν, να φωνάξουν, να βγάλουν τις τρέλες ή τ’ απωθημένα τους ως το πρωί: Δεν τους παρακολουθούσε πια ούτε μάνα, ούτε αδερφή, ούτε γυναίκα, ούτε, σε κάποιες περιπτώσεις, η υποψήφια νύφη. Και οι τέτοιου είδους εκδηλώσεις γίνονταν την πρώτη του Πάσχα και συνεχίζονταν και τη δεύτερη στην ίδια ένταση, μόνο όταν το επέτρεπε η περίσταση. Δηλαδή μόνο αν η δεύτερη μέρα δεν συνεορτάζονταν με τον Άγιο Γεώργιο. Γιατί στην περίπτωση του συνεορτασμού τα πράγματα άλλαζαν άρδην, όπως θα δούμε πιο κάτω. Αλλά το αποκορύφωμα αυτών των κοινωνικών μας εκδηλώσεων ήταν στο πανηγύρι τ’ Άη Θωμά.

   Η δεύτερη λοιπόν του Πάσχα, καθώς ξεκινούσε η εβδομάδα της Διακαινισίμου, ήταν μεγάλη μέρα, επίσημη, μέρα εκκλησιασμού κι αφορμή επίδειξης των νοικοκυριών! Η τοπική εκκλησία από πολλά χρόνια πριν είχε καθιερώσει, αν το Πάσχα γιορτάζονταν μετά την 23η του Απρίλη, να μετατίθεται για τη δεύτερη μέρα και η εορτή του Αγίου Γεωργίου, ενώ αν το Πάσχα ερχόταν πριν τις 23, τότε ο Άγιος Γεώργιος εορταζόταν κανονικά στη μέρα του. Οπότε στην περίπτωση, όπου συνεορτάζονταν η δεύτερη του Πάσχα με τον Άγιο Γεώργιο, οι εκδηλώσεις στην πλατεία υποχωρούσαν κάπως, αλλά σε καμιά περίπτωση δε σταματούσαν εντελώς, λόγω του ότι το όνομα Γεώργιος ήταν ανέκαθεν στο χωριό μας ένα απ’ τα πιο διαδεδομένα και οι επισκέψεις στα σπίτια τότε ήταν θεσμός αυστηρός και φυσικά απ’ τους πλέον δεσμευτικούς. Άρα δε γινόταν μαζί και “πλατεία” και επισκέψεις. Ωστόσο, λίγο από δω, λίγο από κει, οι “θανατιώτες” κατάφερναν να συνδυάσουν και τα δυό! Αν όμως το Πάσχα έπεφτε πριν τον Άγιο Γεώργιο, τότε η δεύτερη μέρα ξεπερνούσε την πρώτη σ’ αυτού του είδους τις δημόσιες εκδηλώσεις. Πρέπει να σημειώσουμε ακόμα ότι ο Άγιος Γεώργιος γιορτάζονταν στο εξωκκλήσι του, χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό, στην περιοχή “Άλληχουρα” (Άλλη Χώρα). Αν όμως ακολουθούσε το Πάσχα, τότε κι αυτός υποχωρούσε και “δέχονταν” η λειτουργία της τιμητικής του να τελεστεί στον κεντρικό ναό του χωριού!
Άγιος Γεώργιος στην Άλχουρα
..................................................................................................................

   Η τρίτη μέρα της Λαμπρής ήταν επίσης μέρα εκκλησιασμού, αλλά μικρότερης επισημότητας σε σχέση με τη δεύτερη. Αργία και αυτή, αλλά με τον καιρό όλο και κάποιοι ξεθάρευαν, ώστε ν’ ασχοληθούν και με τα χωράφια τους, ώσπου σιγά σιγά θυσιάστηκε η αργία στο βωμό της γεωργικής ανάγκης. Αραιές και οι παρέες στην πλατεία μετά το μεσημέρι. Έβλεπες μονάχα κάποιους αργόσχολους να γυροφέρνουν, κι αυτοί όχι με την προθυμία και τη ζωηράδα των δύο προηγούμενων ημερών. Το απόγευμα ξανά στην εκκλησία για τον αποχαιρετισμό της Πασκαλιάς! Οι δύο μέρες που ακολουθούσαν ήταν αυστηρά μέρες εργάσιμες, καθώς και οι γεωργοί και τα ζωντανά τους “μπιζέρισαν” με την απραξία τόσων ημερών κι έπρεπε να κινηθούν ξανά, να μπουν σε ενέργεια. Ο Μελιβοιώτης ήξερε το ίδιο καλά και το τι θα πει γλέντι και το τι θα πει δουλειά! Όλα με τη σειρά και στην ώρα τους.

   Την Παρασκευή της Διακαινισίμου ακολουθούσε η επίσης γιορτινή ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής. Η λειτουργία τελούνταν στο μικρό ναΐσκο, τον οποίο οι ντόπιοι αποκαλούν ακόμα και τώρα Παναγία Πατσιούκα, ένα απ’ τα τόσα πολλά προσωνύμια της Παναγίας. Βρίσκεται στη συνοικία Γιδαριά, στην Βορειοανατολική άκρη του χωριού, πίσω ακριβώς απ’ το τεράστιο κτίριο του σχολείου. Την τιμητική τους γιορτάζουν τη μέρα αυτή οι γυναίκες που ακούν Ζωή, όνομα απ’ τα λιγοστά στο χωριό μας. Με τα χρόνια το καθιέρωσαν και οι άντρες που ακούν στο όνομα Ζήσης.

1963. Γιώργος Τσοποτός και πίσω η παλιά εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής ή Παναγίας Πατσιούκας.
Η εκκλησία αυτή, ήταν κτισμένη πάνω σ' ένα ύψωμα ή βουναλάκι ή τσιούκα (τούρκικη λέξη). Πατσιούκα σημαίνει Πάνω στην Τσιούκα (Ν.Τ.)

Παραμονή (2011)

Ανήμερα (2011)

.............................................................................................................................

Μετά τη Λειτουργία για ένα καφέ ή αναψυσκτικό στο μαγαζί του Μάκη και της Γιάννας.
.....................................................................................................................

   Κι έφτανε το Σάββατο, παραμονή της μεγάλης κι επισημότατης γιορτής του Θωμά του Αποστόλου, την οποία το χωριό θεωρούσε ως την εορτή των εορτών του! Ήταν το επίσημο και λαμπρότατο πανηγύρι του χωριού! Απ’ το μεσημέρι και πάλι ξεκινούσαν οι γιορταστικές προετοιμασίες τόσο στα σπίτια, όσο και στους δημόσιους χώρους. Απ’ τα γύρω χωριά κατέφταναν κύματα κύματα μ’ όποιο μέσο διέθεταν συγγενείς, συμπέθεροι, γνωστοί και φίλοι, αλλά και όσοι άντρες και γυναίκες, έφυγαν απ’ το χωριό, εφόσον έλαχε να παντρευτούν και να ζουν σ’ άλλη περιοχή, έξω απ’ την Αθανάτη. Κι όλοι αυτοί φιλοξενούνταν σε συγγενικά ή πατρικά τους σπίτια, καθώς τις παλιές εποχές ο Μελιβοιώτης ένιωθε τη φιλοξενία ως κάτι το ιερό. Απ’ τα πανάρχαια χρόνια ακόμη! Τώρα;

   Το καλούσε λοιπόν η μέρα να τρέξουν στο χωριό, για να δώσουν το παρόν τους στον Αη Θωμά. Κι όσο πλησίαζε το βράδυ, κατέφταναν και οι λαϊκές ορχήστρες για το πανηγύρι, όπως τις μέρες του Πάσχα, είτε στην πλατεία είτε στα καφενεία. Μεγάλα ονόματα μην περιμένει κανείς ν’ ακούσει σ’ αυτές τις ορχήστρες, αν και με τον καιρό το χωριό μας ανέδειξε και μουσικούς και τραγουδιστές που έκαμαν καριέρα σ’ αυτό το χώρο. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Βαγγέλη Παπαλεξανδρή, Βασίλη Ανδρίτσιου, του Τάκη Πλατσά και αρκετών ακόμα, οι οποίοι στα πανηγύρια μας κατά καιρούς έβαλαν τη δική τους σφραγίδα. Οι ορχήστρες λοιπόν αυτές ήταν πιο πολύ ευκαιριακοί οργανοπαίχτες, για να καλύπτουν τέτοιες εκδηλώσεις, αλλά για το χωριό μας ήταν απαραίτητη η παρουσία τους “για το καλό του εθίμου”. Μια φορά μόνο πέρασε με την ορχήστρα της η συντοπίτιτσσά μας Ρούλα Καλάκη (απ’ την Καρίτσα είναι η καταγωγή της), τότε που η καριέρα της στο τραγούδι βρισκόταν ήδη στη δύση της. Για όσους δεν την έχουν ακουστά, η γυναίκα αυτή, εκεί κάπου στις αρχές του ’60, είχε γίνει όνομα στη δισκογραφία, καθώς επί σειρά ετών αποτελούσε το σεγόντο μεγάλων ονομάτων, όπως ο Περπινιάδης, ο Ζαγοραίος, ο Αναγνωστάκης κ.α. Αλλά όλα έχουν κάποτε τέλος! Έτρεξαν να τη δουν από κοντά και να την ακούσουν απ’ όλη την επαρχία, ειδικότερα από Σωτηρίτσα και Αγιά. Άλλωστε οι κάτοικοι αυτών των δύο χωριών κάθε πανηγύρι του Θωμά έδιναν πάντα το βροντερό τους παρόν.

   Ανήμερα του Αγίου Θωμά ο κόσμος ανέβαινε μπουλούκια στο μικρό ξωκλήσι που βρίσκεται πάνω σε ύψωμα της Βορειοδυτικής πλευράς του χωριού. Ντόπιοι και ξένοι κατέκλυζαν τον περίβολο του ναού, μέσα στον οποίο η λειτουργία έπαιρνε πάντοτε πανηγυρικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι κάθε φορά θα χοροστατούσε είτε εκπρόσωπος της Μητρόπολης, σπάνια κι ο ίδιος ο Δεσπότης, είτε ο αρχιερατικός της Αγιάς με αρκετούς ιερείς. Φωτογράφοι πήγαιναν κι έρχονταν στο χώρο, πραματευτάδες κάθε λογής έπιαναν τις γωνίες με τις πραμάτειες τους και τα παιδικά παιχνίδια, και τα πουλούσαν κάνοντας και λοταρίες ακόμα. Οι πιο χαρακτηριστικοί ήταν οι αδελφοί Ντάφη απ’ την Αγιά, ο μπαρμπαμήτσιος κι ο μπαρμπαγιώργης, οι οποίοι είχαν γίνει τα σύμβολα των πανηγυριών του χωριού. Τα γαϊδουράκια τους κουβαλούσαν “πράματα και θάματα”. Χρόνια αλησμόνητα για όλους όσους τα έζησαν.


2011. Ο γιος του Γιώργου Ντάφη που έρχεται στο Πανήγύρι από το 1955.

Στο Πανηγύρι ο γαμπρός μας Βάϊος Ευαγγέλου ή Βάγγος και ο Βασίλης Ευθυμίου του Στεφάνου ή Γκούμας. Πίσω είναι ο γάϊδαρος του Γιώργου Ντάφη.
...........................................................................................................

   Μετά την αρτοκλασία και το σχετικό κήρυγμα του επικεφαλής ιερέα ακολουθούσε ο ασπασμός της εικόνας και η προσφορά του αγιασμένου Άρτου στον κάθε πιστό, οπότε το εκκλησίασμα σκορπίζονταν. Όσοι είχαν τα σπίτια τους εκεί κοντά δέχονταν ύστερα απ’ τη λειτουργία τους συγγενείς τους ή τους φίλους, έτσι για το έθιμο. Για ένα γλυκό, μια μέντα στις γυναίκες, ένα τσίπουρο στους άντρες. Οι θείες το θεωρούσαν τιμή και καμάρι να υποδεχτούν στο σπίτι τ’ ανίψια τους, ειδικά όταν αυτά ήταν αρραβωνιασμένα ή νιόπαντρα. Ήταν κι αυτό μέσα στα πλαίσια της κοινωνικότητας και της τόνωσης των δεσμών. Ήταν τότε, που για τον απλοϊκό χωρικό, η συγγένεια θεωρούνταν δεσμός ιερός κι απαραβίαστος! Τότε που δεν είχε προλάβει ακόμα ο πολιτισμός να διαβρώσει τόσο πολύ την ανθρώπινη επικοινωνία. Άλλοι καιροί όμως και σαφώς διαφορετικοί άνθρωποι. Σήμερα τι έχει απομείνει απ’ αυτά;

   Όλη τη μέρα λοιπόν το χωριό στην κυριολεξία βούιζε σαν το μελίσσι. Μέσα στα σπίτια δεν έμεναν παρά οι πολύ γριές κι αυτές, με το στανιό. Ο κόσμος ξεχύνονταν έξω να δει, ν’ ακούσει, να μιλήσει, να διασκεδάσει. Στην πλατεία και στον κεντρικό δρόμο επικρατούσε το αδιαχώρητο με το πήγαινε έλα και των ντόπιων και των ξένων, ειδικά των νέων, που τους δινόταν μια ακόμα ευκαιρία προσέγγισης. Παντού ευχές, χωρατά, πειράγματα, τραγούδια και χοροί στις γειτονιές, κεράσματα, σφυρίγματα, φωνές, σαματάς. Αληθινή πανδαισία γιορτής, μέχρι το σούρουπο, οπότε και ξεκινούσε στο κάθε “μαγαζί” το πρόγραμμα της ορχήστρας.

   Κι ήταν οι μέρες (Σάββατο και Κυριακή βράδυ), όπου το έθιμο επέτρεπε και τις γυναίκες, όπως και την Αποκρηά, να μπαίνουν στα καφενεία και να συναγελάζονται με τους άντρες, να γίνονται ένα στο χορό με την αντροπαρέα. “Παραγγελιά” στην ορχήστρα, ψιλοπαρεξηγήσεις, νταηλίκια, ακόμα και καυγάδες, δεν έλειπαν! Το καλό είναι όμως ότι κρατούσαν μόνο, μέχρι που να δοθούν οι απαραίτητες “εξηγήσεις”. Από κει και ύστερα όλα μέλι γάλα! Ψευτοπαλληκαρισμούς και ξιπασιές ο “θανατιώτης” του τότε δε σήκωνε! Κι ήξερε πολύ καλά να βάζει στη θέση τους εκείνους που πήγαιναν να πουλήσουν μαγκιά στο χωριό του! Αυτή ήταν η νοοτροπία του, μ’ αυτή είχε γαλουχηθεί, έτσι καταλάβαινε το πρότυπο του αντρισμού. Ντόμπρα και σταράτα! Αλλά κι αυτά έφυγαν απ’ το χωριό μας ανεπιστρεπτί, δυστυχώς. Και το γλέντι του τούτες τις μέρες το ήθελε ως το πρωί, οπότε απ’ το καφενείο πήγαινε στο σπίτι να πάρει το ζώο του και γραμμή για το καθήκον του στο χωράφι!


φωτογραφία '2011

φωτογραφία '2011

φωτογραφία '2011

   Το ξημέρωμα λοιπόν της Δευτέρας ήθελε τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του. Στους δρόμους πια έβλεπες άλλο μελίσσι. Οι γεωργοί με τα ζώα στη σειρά για τα χτήματα, οι μαθητές για το σχολείο, οι “αλλοδαποί” επισκέπτες για την επιστροφή στα σπίτια τους. Ξανά έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Δουλειά και φιλότιμο από δω και πέρα, μέχρι την επόμενη γιορτινή στάση στο πανηγύρι του Θεολόγου στις 8 του Μάη. Ως τότε είχε ο Θεός! Αυτά για το τότε…
Το μοναστήρι Ιωάννου του θεολόγου στην εποχή του '50
......................................................................................................

   Νομοτελειακά ήρθε και η δεκαετία του ’70, όταν επρόκειτο να μπει στη ζωή μας η τηλεόραση, ν’ ανοίξουν σιγά σιγά οι ορίζοντες στην επικοινωνία, να εισαχθούν και στο χωριό μας νέα ήθη, να διαφοροποιηθούν οι παραγωγικές διαδικασίες και να συμπαρασύρουν στο ρεύμα της νέας εποχής ό,τι παλιό, αυθεντικό και γνήσιο. Στη δίνη αυτή δεν ήταν δυνατό ν’ αντισταθούν τα ήθη μας, οπότε και τα συνέθλιψε η λαίλαπα του πολιτισμού, για να καταντήσουν σήμερα ν’ αποτελούν μια απλή και νοσταλγική ανάμνηση σε όσους γαλουχήθηκαν κι αντρώθηκαν μ’ αυτά. Οι γιορτές πλέον βιάζονται να βγάλουν την ημερολογιακή τους υποχρέωση κι ο κόσμος, που απόμεινε στα χωριά, αναγκάζεται να τις τελέσει κάτω απ’ την πίεση της τυπικής διαδικασίας και μόνο.

   Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’80 επόμενο ήταν ν’ ακουστεί και το κύκνειο άσμα του πανηγυριού τ’ Άη Θωμά, και να καταντήσει κι αυτό μια απλή ανάμνηση. Σήμερα η εκκλησία κάμνει το καθήκον της στη δοξολογία, αλλά παρακολουθεί κι αυτή, αδύναμη πια να επέμβει, τους ελάχιστους που απόμειναν στο χωριό και που ανεβαίνουν για ένα κερί στη χάρη του Αγίου! Το να χαθούν τα έθιμα ενός τόπου δεν είναι τόσο κακό, όσο είναι το να μη μπορούν ν’ αντικατασταθούν από κάτι καλύτερο! Το καλύτερο όμως δε φάνηκε ως τώρα κι ούτε αφήνει κάποιο φως, έστω και αμυδρό, σε κανένα απ’ τα σημεία του ορίζοντα των εποχών που έρχονται. Η αδηφάγα παγκοσμιοποίηση σε λίγο δε θα αρκεστεί στην καταβρόχθιση των εθιμάτων και των παραδόσεων! Η βουλιμία της γίνεται όλο και πιο απροκάλυπτη και σαρκαστική πάνω στα έθνη! Τουλάχιστον ας μείνουν όλα αυτά που ζήσαμε μικροί σαν μια νοσταλγική παρένθεση στη ζωή μας από δω και πέρα, κι ας αποτελέσουν για τους νεότερους ένα κίνητρο επιστροφής στις ρίζες, μπας και μπορέσουμε, ως έθνος πια, ν’ αποφύγουμε τη λάμια, που ακούει στο όνομα παγκοσμιοποίηση!











Οδυσσέας Βαΐου Τσιντζιράκος


Φιλόλογος