Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

ΕΥΘΑΛΙΑ ΤΣΙΝΤΖΙΡΑΚΟΥ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Τσιντσιράκου Ευθαλία του Στεφάνου 15-7-95 στην Βελίκα. ΣΕΛ 172-180.

Ευταλία Τσιντζιράκου

Η Ευταλία Τσιντζιράκου με την εγγονή της Λίτσα Ευ. Τσιντζιράκου.
...............................................................

 
  Ν.Τ. Γράφω τα παρακάτω όπως ακριβώς μου τα διηγήθηκε η Τσιντζιράκου Ευθαλία του Στεφάνου. Γεννήθηκε το 1912.


   Τον πατέρα μου τον έλεγαν Δημήτρη Τζαλαβούρα. Ο Δημήτρης είχε αδέρφια: Tον Γιώργο, Μιλτιάδη, Βασίλη, Σταύρο, Θανάση (πατέρας της Μυγδάλος Ρήγα). Ο Αλέξης Τζαλαβούρας ήταν ξάδερφος του πατέρα μου. Είχε αδερφή και την Ανθυμούλα, μάνα του Κλεάνθη Δημινίκου. Ο πρόεδρος της Σωτηρίτσας Κώστας Δημινίκος την είχε γιαγιά. Ο Βασίλης και ο Κλεάνθης Δημινίκος ήταν από το χωριό μας. Από τα αδέρφια του πατέρα μου σκοτώθηκε στον πόλεμο της Μικράς Ασίας ο Σταύρος. Τον παππού μου δεν τον θυμάμαι καθόλου. Τον πατέρα μου τον θυμάμαι όταν ήμουν πέντε χρονών, πέθανε από τη γρίπη το 1917 μαζί με την μάνα μου και έμεινα ορφανή. Πρώτα πέθανε η Μαρία Δουβώρη που ήταν θεια μου. Ήρθε στο σπίτι και είδε την μάνα μου που ήταν άρρωστη και όσο να φύγει από τη μάνα μου και πήγε στο σπίτι της, αυτή πέθανε νωρίτερα από τη μάνα μου. Την μάνα μου την έλεγαν Γλυκερία και πέθανε την ίδια μέρα με τον πατέρα μου. Γλυκερία Τζιουβάνου ή Γκαλιουραί στο επίθετο. Μας άφησαν ορφανά τρία αδέρφια, όλα κορίτσια, εγώ ήμουν πέντε χρονών, την Ευαγγελίτσα που είναι σήμερα στο Βόλο, δύο χρονών, που την έδωσαν σ' ένα σπίτι στη Λάρισα τριών χρονών την μεγάλωσε την πάντρεψε, μα για κακή της τύχη τον άντρα που πήρε τον έδειραν οι Γερμανοί, οχτίκιασε και πέθανε. Έμεινε χήρα. Απέκτησε ένα παιδί που στο μάτιασαν και έσκασε. Δεν ματαπαντρεύτηκε και μένει στον Βόλο. Η άλλη αδερφή μου, πέθανε μωρό, από πείνα. Όταν πέθαναν οι γονείς μου η αδερφή μου η Ευαγγελία ήταν δύο χρονών και το μωρό δύο μηνών. Ήταν πόλεμος με την Τουρκία. Η θεια μου η Ανθυμούλα ήταν άρρωστη και αυτή και δεν είχαμε κανέναν. Οι μπαρμάδες ήταν στον πόλεμο του 1917. Εμείς τα δυο που ζήσαμε ταλαιπωρηθήκαμε. Όταν πέθαναν οι γονείς μου, ήμουν πέντε χρονών και που να πήγαινα να το βυζάξουν; Ποιος να το καθάριζε και ποιος να το άλλαζε; Πέντε χρονών και έσερνα και το μωρό. Πάαινα σε μάνα να το βυζάξει και μας σιχαίνονταν. Άπλυτα, παρατημένα ήμασταν. Έπαιζαν στης θειας Ανθυμούλας την αυλή (στην Αλευριά) τα άλλα κορίτσια και άφησα το μωρό στον πλάτανο να παίξω και εγώ. Ξύπνησε και έκλαιγε το μωρό. Το άκουσε ο μπάρμπας Σταύρος που δεν είχε σκοτωθεί ακόμα και με μάλωσε. "Φταλιώ, μουρή; Πού το έχεις του κουρίτσ' ;"
  Το παίρνω και πάω με τα άλλα δυο αδέρφια και ξενυχτώ στην πόρτα, από το σπίτι της θειας Καλαθούλους. Ο πατέρας του Ντερβένη (Καλαθάς Γεώργιος) και η μάνα μου ήταν ξαδέρφια. Κοιμηθήκαμε στην πόρτα, στο χατήλι, να μην τους ξυπνήσουμε και τα τρία το ένα παν' στ' άλλο. Βγαίνει ο μπάρμπας μου ο Αχιλλέας, (πατέρας του Γιώργου) και παραλίγο θα μας πατούσε αν δεν τραβιούνταν προς τα πίσω. " Φταλιώ! εσύ είσαι κορίτσιμ' ;" είπε. Μας πήρε μέσα, μας τάισε, μας περιποιήθηκε. Ζούσε η μάνα του παππού Αχιλλέα, η Καλαθήνα, αυτή γνωρίσαμε μανιά. Θα έμεινα στην Χαλκίδα αλλά χάριν σ' αυτήν την γιαγιά που μας μεγάλωσε μ' έκανε πόνος και ήρθα εδώ. Για τη γιαγιά ήρθα εδώ αλλιώς δεν θα ερχόμουν. Σε λίγες μέρες πέθανε το τρίτο κοριτσάκι από την πείνα. Τώρα, την αδερφή μου την μικρότερη ενδιαφέρθηκαν και την έστειλαν σ' ένα σπίτι στην Λάρισα που την μεγάλωσε και όταν παντρεύτηκα πήγαινα και την έβλεπα, και ή κυρία είχε τη φουστούλα που την φορούσε όταν την πήρε και της την έδειχνε. Η αδερφή μου ήταν νευρικιά.

Με την γιαγιά σου φάγαμε ψωμί κι αλάτι, σ’ ένα σπίτι, σ’ ενα κρεβάτι (το παλιόσπιτο δίπλα απ’ το δικό μου- σήμερα δεν υπάρχει) από ένα δωμάτιο και ένα αντρέα μας χώριζε εκεί μέναμε όλοι. Ο Νίκος και ο Μήτσιος, του Βασ. Τσιντσιράκου παιδιά δεν έφευγαν από το δωμάτιο το δικό μου. Εγώ ήμουν καλοδεχούμενη δεν κακοπάθαμε την περάσαμε με την γιαγιά σου αγαπημένες σαν συννυφάδες. Τον Μήτσιο τον Τζιντζιράκο (προπάππο σου) δεν τον θυμήθηκα. Όταν εγώ παντρεύτηκα το 1930 δεν τον βρήκα. Την μανιά την Χάιδω, προγιαγιά σου την έκλεισα τα μάτια εγώ. Η μανιά η Χάιδω ήταν Χαρατσή. Τον Δήμο τον είχε ανιψιό απ' αδερφό. Τον αδερφό της τον έλεγαν Νίκο. Ο Δήμος, Γιώργος, Βασίλης και η Ανθυμούλα Μπλέτσα ήταν παιδιά του Νίκου Χαρατσή. Εμένα μ' έδωσαν στην Αγιά στον γιατρό τον Σαμσαρέλο που με κοιτούσε σαν τα παιδιά του, αλλά σαν λουλός άνθρωπος που ήμουν, μια άλλη γριά με σήκωσε το νου και με πήρε και μ' έστειλε να βοσκώ τα γουμάρια στην Αγιά και μετά ήρθα στο χωριό στο Τζαλαβουραίικο. Ήμουν δώδεκα χρονών όταν πήγα σ' ένα σπίτι στο Βόλο που ήταν μια γυναίκα εκεί, μάλαμα. Με πάντρεψαν οι μπαρμπάδες. Μόνο ο Σταύρος σκοτώθηκε στον πόλεμο….