Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ ΠΡΙΝ ΤΟ 1940 ΣΤΗ ΜΕΛΙΒΟΙΑ ΛΑΡΙΣΑΣ



Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΜΕΛΙΒΟΙΑ ΛΑΡΙΣΑΣ ΠΡΙΝ ΤΟ 1940

Ανδρίτσιος Δημήτριος ή Μπλαντός 20-6-1995

ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ ΠΛΑΤΣΑ-ΤΣΙΑΠΑΝΟΥ 17 +18 -06-05













Μπλαντός: Τότε με προξενιά γίνονταν και όχι όπως τώρα που δεν λένε ούτε τον πατέρα. Ο πατέρας μου θα έβαζε ένα θκότ άνθρωπο, θκότ’ συγκένειο να σε πει εσένα, τον πατέρα: Τι ιδέα έχεις να πάρει ο γιος σου του Μπλαντού το κορίτσι; δηλαδή από τη νύφη ζητούσαν πάντα και όχι από το γαμπρό. Χωρίς να ξέρεις εσύ ότι ήταν βαλτός να σε ρωτήσει. Και αφού σε ψάρευε καλά αν το θέλεις σ’ ανάγκαζε να πεις το: «αν θέλει κι αυτό το κορίτσι, το παίρνω κι ‘γω,. Στο παιδί (αγόρι), πάει ο βαλτός ο άνθρωπος και λέει στον συγγενή του. Ότι εντάξει θέλει ο πατέρας του παιδιού. Το παιδί (αγόρι) ύστερα ήξερε το τι θα πάρει από χωράφια και λεφτά. Τώρα δεν σε κρένουν ντιπ, τα φτιάχνουν μόνοι τους οι νέοι και δεν ξέρει κανένας. Εγώ αρραβώνιασα και ο πεθερός μου δεν μ’ άφηνε να πάω στο σπίτι. Αλλά ούτε η αρραβωνιαστικιά στο δικό μου. Τέτοια…; να σμίξουμε και να κουβεντιάσουμε; α, όχι! αρραβωνιασμένο και δεν μ’ άφηνε να πάω στο σπίτι. Κάθονταν τότε τα παιδιά αρραβωνιασμένα ένα μήνα ή δυο και τότε έλεγαν ή ναι ή όχι. Ήρθες πάλι; έλεγαν οι πεθεροί. Έ, πού να πααίνω άμα δεν ιρθώ; Ούτε τα κορίτσια πάαιναν στο σπίτι του αρραβωνιαστικού. Χωρίς να ξέρουν τα παιδιά τίποτα τα συζητούσαν μόνοι τους οι γονείς. Μήπως όταν ο πατέρας σου πήρε τη μάνα σου ήξεραν τα παιδιά; Πήγε ο παππούς σου ο Σταύρος στη μάκου Χαρικλή και στον παππού Βασίλη και συζητούσαν. Έτσι και στον Κατσαράνο, η μανιά η Χαρικλειώ με την Κατερίνη. Ήρθε η μανιά η Κατερίνη εκεί και κουβέντιασαν. Είχαν τότε προξενητές το Λία τον Θωμά. Τον Λία του Στάθη εκείνοι τα ‘φτιαχναν και συζητούσαν πόσα θα δώσουν, τι θα με δώσει, έλεγε το παιδί.
Ευρύλκλεια Γκουντάρα του Βασιλείου. Τότε με την αδερφή μου την Ανθυμούλα, πήγε κάτω στον Γιάννη τον Πασιά η μάνα μου και λέει ο Γιάννης: «Θέλω να μου δώσεις αυτά κι αυτά» όχι, λέει η μάνα μου, δεν τά ‘χω αυτά να στα δώσω, εγώ ήρθα να σε κάνω γαμπρό αν θες, εσύ ζητάς πολλά. Αυτό έγινε πριν 42 χρόνια.
Ανδρίτσιος: τώρα τα φτιάχνουν δυο τους και δεν σε ρωτούν ντιπ εσένα. Στον γαμπρό πήγαιναν πρώτα για προξενιά, αφού προηγουμένως ο προξενητής τα είχε συζητήσει με τους γονείς των παιδιών. Ο προξενητής πήγαινε στον γαμπρό αθώα και έλεγε.
Τι κάθεσαι ρε παιδάκι μου, παντρέψου να νοικοκυρευτείς.
-Καλά και πια να πάρω;
Ποια να πάρεις; Πες μου το ναι εσύ, και γω θα σου βρω όσες θες. Όχι να με κοροϊδέψεις και να φάω το ξύλο εγώ; Να, για κείνο το κορίτσι τι λες; είναι καλό, το θες; έχει και ένα χωράφι μεγάλο στο Γκούντζιμπο.
Άλλο πάλι:
Τι θα γίνει θα σε παντρέψω ρε Νίκο;
Ποια να πάρω, μωρέ;
Έ, ποια καταλαβαίνεις εσύ;
Εγώ θέλω ένα κορίτσι να έχει πιασίματα.
Ούλα θα τα βρούμε αρκεί να πεις το ναι.
Τι λες για του Γάλλου;
Ά, αυτό το κορίτσι καλό είναι, αν μου δώσει και κείνο το χωράφι στην Παλιουργιά, θα το πάρω.
Τότε χρήματα έδωναν δυο ως τρεις χιλιάδες. Αφού έλεγε αυτά το παιδί που ζητούσες, τότε ο προξενητής έλεγε:
- Εγώ θα πάω τώρα αμέσως στο κορίτσι, θα πάω σαν ξένος να τους πω μια καλησπέρα θ’ αρχίσω συζήτηση και άμα θέλ’ν θα ‘ρθω να σι πω πάλι απόψε, ενώ ήταν όλη η δουλειά συνεννοημένη από πρώτα. Μα, ο πατέρας του παιδιού, ο πατέρας απ’ το κορίτσι και ο προξενητής ήταν από πρώτα συνεννοημένοι. Πήγα σπίτι τα κανόνισα σι δίνει αυτό, αυτό, θα το πάρεις; Το πήρα λέει ο γαμπρός. Εντάξει την Κυριακή θα το κουβεντιάσουμε πάλι. Στο Σπίτι της νύφης ο γαμπρός δεν πήγαινε μόνος. Έπρεπε να τους πάρει ο πεθερός και να τους πάει. Όχι να πας εσύ όποτε θέλεις; Έπρεπε να βγεις στα μαγαζιά, να περιμένεις να σε πάει ο πεθερός να φας ψωμί και να φύγεις, σπάνια να βρεις ευκαιρία να τα φτιάσεις. Πότε να φύγει η μάνα, ο πεθερός, ο πατέρας, ο κουνιάδος, οι επισκέπτες, να βρεις ευκαιρία να μείνεις με το κορίτσι; Εγώ παντρεύτηκα στις 20 Ιουλίου την μέρα του Αγιουλιά. Όταν πήγαινα εκεί, έρχονταν ούλοι οι συγγενείς, ο πατέρας, η μάνα. Τότε στην βάφτιση, αρραβώνα, γάμο, ακόμα και γιορτές έπαιρναν όργανα και γλεντούσαν.
Ευρύκλεια Πλατσά.


Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΓΚΑΜΠΡΑΝΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΔΟΞΙΑ



   Ν.Τ Ο ευκατάστατος αλλά χήρος και με τρία κορίτσια Γιάννης Γκαμπράνης αρραβωνιάστηκε την Ευδοξία, που ήταν αδερφή, της Ευρύκλειας Πλατσά – Τσιαπάνου, της Ελένης Νέντου, και της Ευανθίας Πλατσά. Ο πατέρας των κοριτσιών λεγόταν Γιώργος και η μάνα τους που έκανε το κουμάντο στην οικογένεια, Αικατερίνη. Ήταν μια πάρα πολύ φτωχή οικογένεια. Τα κορίτσια του Γιάννη και Χρυσούλας Παπαρίζου του Βασιλείου ήταν: η Ευρύκλεια που παντρεύτηκε με τον Παπανικολάου ( Λαγδάρη), η Λένη που παντρεύτηκε με τον Παναγιώτη Πλατσά, και η Αννούλα που παντρεύτηκε με τον Πασιά. Αφού παντρεύτηκε την Ευδοξία απόκτησε τέσσερα παιδιά, τον Βασίλη, την Γεωργία, τον Νίκο, και τον Θωμά. Η Γεωργία παντρεύτηκε με τον Βασίλη Ευσταθίου του Αλεξίου. Το πώς έγινε ο αρραβώνας το διηγείται η αδερφή της Ευδοξίας, Ευρύκλεια Πλατσά – Τσιαπάνου. Η Ευρύκλεια Πλατσά μου είπε ατέλειωτες ιστορίες. Θα ήθελα να τiς γράψω όπως ακριβώς τις διηγιόταν, αλλά αυτό είναι και αρκετά δύσκολο, αλλά και αδύνατον να διαβαστεί εύκολα ιδίως από τους νέους. Αφού η κόρη μου έγραψε στο μαγνητόφωνο τα όσα της διηγήθηκε η Ευρύκλεια Γκουντάρα, αλλά της φαινόταν αδύνατο να τα αντιγράψει διότι δεν καταλάβαινε αρκετά τη γλώσα τη δική μας, της προηγούμενης γενιάς, που για μας είναι γνωστή.

ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ ΠΛΑΤΣΑ-ΤΣΙΑΠΑΝΟΥ 17 +18 -06-05

   Η Βρίκλου η Λαγδαρούλου τα’ παιζε πρώτα με τον Μπλαντό τον Μήτσιο ντε και καλά να παρ το Δημήτρη. Ο Γιάννης Γκαμπράνης είπε και το Γιώργο Σακαρέτσιο ή Σταφλάκι που ήταν αδερφός της μάνας μου να ζητήσει την Ευδοξία, αφού η μάνα μου δέχτηκε, περίμενε από τον αδερφό της να τελειώσει την προξενιά και αυτός προξένευε την κουνιάδα του, την αδερφή της Περσεφόνης την Χρυσούλα Σφυρή, και τελικά ο Γιάννης πήρε τη Χρυσούλα (η Χρυσούλα ήταν η δεύτερη γυναίκα του Γιάννη Γκαμπράνη που πέθανε και αυτή μετά δυο χρόνια γάμου). Πίσμουσει η μάναμ' κι αμπίτσι στουν ουρανό.
-  A, ρέ σ’ έστειλα να φτιαξ’ την προξενιά για το κορίτσιμ’ και έφτιαχνες στην Σούλα;
-Α, μωρέ η Ευδοξία θα βρει παιδί νέο και καλό.

  Η Χρυσούλα είχε κατ’ πουδάρια.. τέτοια.. σαν τουλούμια και χόρεψε μια εποχή στον Αι Νικόλα κι ν’ έπισι του βρακί.
Oυ! Φώναζαν… τ’ Χρυσούλα ν’ έπισι του βρακί. Τόσο μας υπηρετούσε το μυαλό μας. Την έπεσε εκεί που χόρευε.
   Αϊ, σήκω, θέλ’ς ιστορίες πολλές, (ήταν 11 η ώρα το βράδυ) οι ιστορίες δεν πληρώνονται. Που! ! τ’ν έπισι του βρακί. Ήρθε η καημένη η Ζωή η Τσιουκανέλη εδώ στο σπίτι.

  - Αμουρή Βρίκλου, πως τ’ν έπισι του βρακί; ήμασταν ξαδέρφες με την Ζωή. Είχαν με ποδονάρια βρακιά κι σ’ αυτήν δεν ξεδέθηκε, αλλά θα τούχε μαζουμένου στην μέση και κατέφκι και την έπεσε του πουδουνάρ. Πέθανε η Σούλα και ο Γκαμπράνης ζητούσε πάλι την Ευδοξία.

   Ο Γκαμπράνης είπε στην Ευδοξία: θα σε πάρω όπου και να πας θα ρθω και θα σε κλέψω. Κοίταξε να σι πω Γιάνν’ να παντρέψ' τη Βρίκλεια (κόρη) και να ρθώ εγώ εκεί μέσα αδουμή δεν έρχομαι. Ήρθε ο Γιάννης Μαντήλας εδώ στην μάνα μου και λέει: Κατερίν’ θα τον παρ’ς το Γιάνν’ τον Γκαμπράν’;
- Δεν ξέρω, θα πω το κορίτσ’ άμα τον θελήσ’ η Ευδοξία, θα τον πάρω.

Τι να κάνω μουρή αδερφή; Βλέπεις που δεν έχουμε λαδ’ να λαδωθούμε, να λαδώς η κοιλιά μας, μ’ έλεγε η Ευδοξία.

Το ρίχναμε και το κοιτούσαμε το γυαλί, που πάει το γιαλί; λέγαμε, τελείωσε; με το κουταλάκι το ρίχναμε.
Ήμασταν αγαπημένες εμείς οι αδερφές, δεν μαλουνάμε καμιάφορα και προ πάντος η Λέν’ …. Ήταν γλυκολέν’, η Βανθία ήταν λίγο νιυρικιά.
Θα τον πάρω, θα τον πάρω, έλεγε η Ευδοξία και θ’ απολνώ το λαδ’ από παν και απ’ του Τσιντζιράκ’ θα έρχεται κατά κεί να τρώτε και σεις και ούτε καλουσκέρσαμε… Νίκο … Ιστορίες…!
΄ Ήρθε πάλι η Γιαν’ς Μαντήλας, που είχε γυναίκα την αδερφή του Γιάννη Γκαμπράνη. Θα τουν παρ’ς Ευδοξία τον Γκαμπράν’; Σ΄ είπαμε λέει η μάναμ' να τον πάρουμε πριν παρ’ τη Σούλα. Θα τον πάρου λέει η Ευδοξία γιατί είναι νοικοκύραρους. Εμείς μόνο μια μπούρδα φασούλια μαζουνάμε χοντρά και μια μπούρδα λιανά και το καλαμπούκι που του’ χαμε για νταβάνι. Πρώτα λέει θέλω να παντρέψει την Βρίκλου (κόρη του) αλλιώς δεν πααίνω απάν εκεί. Η Βρίκου ήθελε τον Μήτσιο τον Μπλαντό. Ο Λαγδάρης είχε μια αδερφή Κατίνα, ίσια ήμασταν, και την έτρωγε η αμασκάλη κι έτρεχαν οι αμασκάλες κι άμμα πααινάμε στη βρύς για νερό δεν ήταν να την ζγώς, βρωμούσαν οι πληγές. Ο Αντώνης Λαγδάρης χάλεψε και την Βδοξία αλλά δεν τον πήρε. Μόλις θα στεφανωθεί η Βρίκλου θα τον πάρω τον Γιάννη είπε η Ευδοξία. Βρίσκει στο σπίτι την Λένη και την Αννούλα. Η Λέν Χρυσουλέν, να την τιμά την Ευδοξία… η Αννούλα ….
  Είχαν 2 νταμπακέρες κουκούλια δεν είχαμε αλλού το νου μας… πως έφυγε αυτή η βρώμα απ’ τα κουκούλια κι απ’ τα κουρκάρια;
Είχαν έξω εκεί κάργα φύλλο (μουριάς). Τα δουμάτια κάργα ξύλα. Αννούλα κάτσε να κλαρίσουμε το φύλλο είπε η Ευδοξία. Άλλο τι θα σε κάνω λέει η Άννα και πήγε στην παρέα της. Γκαζ' δεν είχε η Ευδοξία. Λέει την Άννα πάρε λίγο γκάζ', όχι δεν πααίνω έλεγε. Την σήκωναν τα μυαλά άλλες.
Ήρθε το βραδ' ο Γιάνν'ς και δεν είχε πετρέλαιο. Τότε την βάρεσε την Αννούλα. Η μάναμ' είπε στην Βδοξία. Τι ήθελες και τον είπες έτσι το Γιάννη και χτύπησε το κορίτσ; Θα κατηγορούν εσένα η γειτονιά.
  Αγαπιόνταν, τα’ πεζαν με την Βρίκλου την κόρη του Γιάννη. Αυτή ήθελε τον Μπλαντό. Μη με λέτε εμένα έλεγε η Ευδοξία. Η Λένη ήταν τυπικιά. Την προίκισε η Ευδοξία την Λένη, τα καλά ούλα. Ίφιραν οι Αθηνιώτσες κουβερτάρες, τραπεζομάντιλα. Με τρία γιαλιά λαδ' έπαιρνες τόσα και τόσα.

Ν.Τ Θυμάσαι τραγούδια του αρραβώνα;
 Εκεί στου Νέντου ήταν και η Μαρία Μπάτσικα που πήρε το Γάλλο, ίσια ήμασταν. Χορεύαμε στην αυλή τραγουδούσαμε με το στόμα. Αλλά δεν τα θ'μούμαι. Όταν φεύγ’ς τα θ'μούμε. Θέλει να έχω ένα στυλό να σημειώνω, αλλά δεν ξέρω γράμματα.
Το τραγουδι «Μίσσιλα» ήταν για την θυγατέρα του Γιάννη Γκαμπράνη την Βρίκλεια και το έβγαλε ο Μπλαντός .
Ο Γιάννης κάνει την χαρά το’ παμε; εγώ κοιτώ την τηλεόραση και θ'μούμαι και τα τραγούδια, που είναι να τον πώ , λέω.
Τα λεγάμε αλλά τα’ στόϊσα, η Κακαϊώ, η Λένη του Ζουμαΐλη χρόνια τα λεγάμε, καθομέσταν στο φούρνο τ’ Τσιντζιρακ’ πριν φτιάσει το σπίτι.
Ο Γιάννης Γκαμπράνης είχε γραμμόφωνο. Εκεί λέγαμε: δυο! δυο κέρατα εχ΄ του βοδ'. Πέντε! πέντε δάχτυλα έχ' το χερ'
Μα, γιατί τότε δεν έβανα το νου να τα μάθω κι αυτά; Τά’ περνα καλά. Πέρασα σκασίλες… και πάλι… άμα τα βάλω με το νου μου θα τα θυμηθώ. Α… μουρή, λέω.. στ’ ούπα αυτό! Τα δέντρα ξεριζώνουν;
Ν.Τ Θυμάσαι τραγούδια του αρραβώνα;
Εκεί στου Νέντου ήταν και η Μαρία Μπάτσικα που πήρε το Γάλλο, ίσια ήμασταν. Χορεύαμε στην αυλή τραγουδούσαμε με το στόμα. Αλλά δεν τα θ'μούμαι. Όταν φεύγ’ς τα θ'μούμε. Θέλει να έχω ένα στυλό να σημειώνω, αλλά δεν ξέρω γράμματα.


Ο Γιάννης κάνει την χαρά το’ παμε; εγώ κοιτώ την τηλεόραση και θ'μούμαι και τα τραγούδια, που είναι ο Νίκος να τον πώ , λέω.


Τα λεγάμε αλλά τα’ στόϊσα, η Κακαϊώ, η Λένη του Ζουμαΐλη χρόνια τα λεγάμε, καθομέσταν στο φούρνο τ’ Τσιντζιρακ’ πριν φτιάσει το σπίτι.


Εκεί λέγαμε: δυο! δυο κέρατα εχ΄ του βοδ'.
Πέντε! πέντε δάχτυλα έχ' το χερ'
Μα, γιατί τότε δεν έβανα το νου να τα μάθω κι αυτά; Τά’ περνα καλά.

Πέρασα σκασίλες… και πάλι… άμα τα βάλω με το νου μου θα τα θυμηθώ. Α… μουρή, λέω.. στ’ ούπα αυτό! τα δέντρα ξεριζώνουν;

ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Στο ερημοκλήσι
Μες στο δάσος μια φορά
Έτυχε να συναντήσει
μια μικρή εκκλησιά.
Προσκυνάει κι μπαίνει μέσα
με λύπη με χαρά.
Βλέπει εκεί που προσκυνούσε
μια μικρή καλογριά.
Καλογραία μου σου λέω
τ’ όνομα σου επιθυμώ,
τ’ ονομά σου κι ας πεθάνω
στο ερημοκλήσι αυτό .
Το όνομα μου δεν στο λέω
στο ερημοκλήσι αυτό.

Ν.Τ : πως δεν μου το είπες αυτό;
ΕΥΡ: Δε στ’ ούπα; το βράδυ στον ύπνο το θ'μήθ'κα. πήγα στην Κατίνα την Τζαλαβουρούλου που θα φυγ’ για Κόκκινο Νερό.
Ν.Τ. Όπως διαβάσατε πιο πάνω τότε τα παιδιά τα αρραβώνιαζαν οι γονείς και πολλές φορές χωρίς να δέχονται τα παιδιά τους. Οι νέοι πριν παντρευτούν δεν έπρεπε να βρίσκονται ποτέ δυο τους.

   Ο Δημήτρης Γκουντάρας ή Σγκουντούλας, εργαζόταν στην Αθήνα, επέστρεψε στο χωριό, μιλούσε τα Αθηναίϊκα και ήταν ο μάγκας και ο περιζήτητος γαμπρός. Στην προξενιά ήταν ο αδερφός του Γιάννης ή Κουτσίνης και η μάνα του Μαργιουλή ή Μαρία. Η Μαργιουλή είχε περιπέτειες με έναν Τσιμπίδα αλλά αυτός πήρε άλλη, την είχαν βγάλει και ένα τραγούδι με μουσική άλλου τραγουδιού που μιλούσε για κάποιον Τριτσιμπίδα.

Ο αρραβώνας της Ευρύκλειας.
ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ ΠΛΑΤΣΑ-ΤΣΙΑΠΑΝΟΥ 17 +18 -06-05

  Εγώ τότε αρραβώνιασα και πήρα τον Σγκουντούλα (Γκουντάρας Δημήτριος), που πήρε την Χρυσή Νταλντά. Εγώ είχα εδώ το σπίτι, έβγαινε νερό άπου κατ’ στο ντάμ' λάσπες και χάλια εδώ μπροστά. Ο Σγκουντούλας ήταν σ’ ν Αθήνα υπάλληλος (ο εγγονός του Δημήτρης μου είπε ότι εργαζόταν στο σπίτι του Γεωργίου Παπανδρέου στο Καστρί ως οικονόμος). Είχε σχέσεις και με την Κλεονίκη του Σφήνιου που πήρε τον Μιλτιάδη Μπαντάνη. Ο Γιώρ'ς ο Καλαθάς την είχε θεία την Κλεονίκη που ήταν αδερφή της μάνας του. Η Κλεονίκη πήρε το Μιλτιάδη Μπαντάνη και πήγε κάτω στου Μπαντάνη. Τελικά ο Δημητράκης δεν πήρε την Κλεονίκη και τον έβγαλαν και ένα τραγούδι:

Δημητράκημ’ σα σε χάσω
πέμι πιο βουνό θα πιάσω;
Κατ τουν Έλυμπου θα πάω;
Ή στον Κίσαβο θα σ’ εύρω;
Χαμπιλώστε εσείς βουνά
για να ‘δω την Αθήνα,
να δω το Δημητράκ’ στ’ ν Κηφισιά
που περπατάει σα χήνα.
Χαμπιλώστε, τα βουνά να βλέπω την Αθήνα (δις)
 οχ να βλέπω την Αθήνα
να ιδώ το Δημήτρη σ’ Κηφισιά
πως περπατάει σα Χήνα, οχ, πως περπατεί σα χήνα.
Δημητράκη σα σε χάσω
πες μου πιο βουνό θα πιάσω.
Κατ' τουν Έλυμπου θα πιάσω,
κατ του Κίσαβο θα σ’ εύρου.
Η μάνα σου κι η μάνα μου
αντάμα κουβεντιάζουν,
ίσως και κάμουν καμιά δ’λειά
να μας αρραβωνιάσουν,
όχ να μας αρραβωνιάσουν.


ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ : Τι μοσχοδημητράκ'ς ήταν!!!!!!!………. ου … ου…..!!!!!!!!!!!
Θα σε πάρω κι απουλές Ευρύκλεια. Ήρθε το βραδ’ ου Κουτσιν’σ κι τα φτιάξαμε κι ήρθει κι μι ξισκούφουσι η σμιθιρά Μαριουλή. Και τι να τουν δώς τουν Κουτσίν’ η μάναμ’, ήταν σαπάν ο πατέρας μου, ο Βασίλης Νέντος, και ύστερα ήρθαν εδώ. Αυτός θελ’ να παρ’ την Κλεονίκη και τα’ χει φτιαγμένα με την Χρυσή Νταλντά.
Με ξεσκούφουσε, δε χάρηκα και γω, δεν αγρικούσαμε τότε τίποτα. Σμιθιρέ να ζησ’ν λέει η Βανθία (αδερφή). Ταχιά, είπε, θα πάμε να τα γράψουμε και γάμου ένα κι ένα, του Μαριουλί μ’ ήθελε. Κουρτσάρα μι τα ούλα ήμουν, του μαλλί απ’ ούχα μαναχά. Να χαλάσουμε το συμβόλαιο που είχε η Νεντούλου (αδερφή της) και να το γυρίσουμε στον Σγκουντούλα. Τέρα, έλεγαν τον πατέρα μου, ότ’ θα σι λεν’ θα λες, εντάξ; ούλα θα τα δως καλώς πουλμένα.
- Τι, θα πλήσου την περιουσίαμ’;
-Τι σι λέμε…. εσύ θα λες ναι, δοκιμές είναι αυτά (ο πατέρας της Ευρύκλειας Γιώργος Τσιάπανος ). Πήγαν στην Αγιά και τα χάλασαν τα συμβόλαια και μετά τα βρήκε ο Πατριώτης (Βασίλης άντρας της) έτοιμα. Η Βανθία και η Βδοξία έλεγαν: πήραμι γαμπρό τον Σγκουντόύλα.! Δημήτρη Γκουντάρα λέγαμε, κουτούσαμε να πούμε Σγκουντούλα; Εγώ, εδώ, η Καρδιάμ χτυπούσε. Πώς να τον μεταχειριστώ αυτόν τον άνθρωπο που περπατούσε μι τι φτέρνα, με τα δάχλα, δεν πατούσε καταή η φτέρνα. Να περπατάει και να κοιτάει να πες καταή. Καλά, έλεγα την μάνα μου, να με παρ πααίν ή τίποτα άλλο;
Καμιά φορά τον βλέπου ήρθε δω…..
– Ευρύκλεια, καλημέρα.
- Καλημέρα Δημήτρη,... εγώ τον έβλεπα κι έτρεμα.
-Πολύ θα σε παρακαλέσω να ‘ρθείς να δούμε λίγο το σπίτι εδώ κάτω , επιτρέπεται;
-Μπράβο γιατί όχι να μην επιτρέπεται. Το άνοιξα το σπίτ’ είχε κι η μάναμ μια γρούνα με γρουνούλια και να είναι μέσα νερά… λούτσια… βρωμοκοπούσε. Η μάναμ, μι τα γρούνια μας πάντριψι, ήταν φτωχιά, περιουσία δεν είχαμε. Τέρα Δημήτρη, λέω ,έχουμε τα’ γρούνια εδώ..…
-Δεν πειράζει, δεν πειράζει..
Τι συμβαίνει μ’ αυτό το πράγμα δεν ξέρω μ’ έρχονταν νόημα.
Αφ’σαν στην Αγιά κάτι άγραφα και ήθελαν να πάνε την άλλη μέρα το πρωί.
Καβάλα στου μπλαρ η Μαριουλή…(μητέρα του Δημήτρη) δεν είχα όμως παράπονο μ’ αυτήν θιος χωρέστην στάθκι στου πουδάρ. Αυτός η κουπρίτς ήθελε να ανακατώσει τα πράγματα, να παρ' την Χρυσή. Εγώ, λέω, έλεγε η Μαρία, να τα’ στεφανώσουμε ένα κι ένα (γρήγορα). Την εβδομάδα εκείνη ήταν κρεαταπουκριά και την άλλη τυραπουκριά. Α, δεν πάμε καλά, λέει η μάναμ με την Λένη. Το πρωί ο πατέρας μου με την Λένη θέλησαν να πααίν στην Μαργιουλή. Έλα Λένημ’ μέσα, έλεγε το Μαριουλή, έλα θα σκοτωθούμε. Τον είδες εσύ μουρή και να τον ιδώ κι γω;. Τον πήρε η παλι… στουν Αγιουθωμά, πάει να τον στεφανώσ’, τι τον πήρε και τον πήγε εκεί;
Η Χρυσή είχε έναν αδερφό Γιώργο, που σκοτώθηκε με την κατάσταση. Θα τον σκοτώσω έλεγε ο Κώτσιος ο Τζήνας.
Βρήκα καμιά φορά την Ανδρομάχη την Τσιατσούλου μι τουν μπουχτσιά, πάαινε να τους στεφανώσει από κει απ’ τού Μπουρούσ τον μπαχτσέ (στο Τζήνα). Με τους Μουσικαίους (Μπουζούκη) ήμασταν κουμπαριά. Έϊ, σταύρωσα την Ανδρομάχη Τσιατσιούλου πρέπει να πήγε να στεφανώσει τον Δημήτρη. Ε, δεν θα τους ρίξω στάχτη, λέει η μάνα μου, να μην με πουν στ’ όνομα ήρθε κι μι κουρόϊδεψε του κουρίτσ’. Βρε κάτσε στον κώλο σου, λέω, άφκει τουν, ας μην παντρευτώ. Περνούσε μπροστά η Κουμπάρα η Ανδρομάχη και πίσω τα αντρόϊνο. Α, κατεβαίν’, .... τώρα θα σας κανονίσω εγώ. Ένα φαράς’ στάχτη τους έριξε, πήγαιναν για την εκκλησία την Παναγία. Ήμασταν μπροστά στο ξύλινο το μπαλκόνι. Καλημέρα, λέει ο Δημήτρης. Πραφ, πραφ ή μάναμ και λέει: σταχτ κι μπαρούτ’ να γένειτε.
Τον κακό σου τον καιρό, λέει ο Δημήτρης.
Άφαν, γίγκαν, αλλ' σιαδώ, κι αλλ' σιακεί. Γιόμσι το κουστούμι και η χρυσή το μοβ φουστάν’. Τι τσ’ έριξες μουρή μανούλαμ; Τι ήταν αυτό που μ’ έκαμες; Τόσο έπεσε η μύξα μας με τον Σγκουντούλα; δεν τον χέζω ….. τώρα πως θα πάνω εγώ στην εκκλησιά; τι λόγο θα δώσω;
- Θα λαξ κι θα πας….. μπέσα για μπέσα, ξέρ’ς τι πουτσιαρίνα μάνα είχα;
- Θαλάξ κι θα πας, θα πας κι θα χουρέψ’ς κιόλας.
Είχαν μια συζήτηση στην Παναγία, έτσι πως κατεβαίναμε απ’ τον Αγιογκώλα κατ’. Ακούς η Κατερίν η Τσιαπανούλου τ’σ έριξε στάχτ’…. κατ’ γιορτή ήταν τότε στην Παναγία. Μωρέ, τι Αγιουγκώλας ήταν αυτός…. κι τουν χάλασαν… η Οικονομάκ’ς η Τσάνας τουν χάλασε.
- Τι έκανε η μάνας μουρή; έριξε σταχτ’;
- Δεν ξέρω, δεν ξέρω.
Ποια ήρθε εκεί στ’ μάνταμ και λέει:
- Τι έκαμι η μάνας μουρή;
- Α μωρέ ξεφορτώς απ’ τα μάτιαμ, τη λέω., ... πήγα στο σπίτ’.
- Τι έκαμες μανούλαμ; την είπα.
- Έριξα σταχτ’…
- Τι έκαμις μουρή, έλεγαν για μας σ’ ν εκκλησιά.
- Καλά έκαμναν!
Ω! ντε τι πουτσιαρίνα μάνα είχα!
   Δεν τους κράτησα κακία, ίσα ίσα εγώ πάαινα στο σπίτ’ της χρυσής και εφτιαχνάμε μακούλες και έχω μία ακόμα, μ’ έδειξε και την έπλεξα και βρίσκεται ακόμα μία, πρώτες φιλ'νάδες ήμασταν με την Χρυσή.
  Πάαινα στην Βελίκα και δω στα πλατάνια στην Αγιά Κυριακή έκατσα να περάσ’ κανένας με το μπλάρ να βάλω το ψωμί, πέρασε ο Δημήτρης….
- Καλημέρα Ευρύκλεια.
-Καλημέρα Δημήτρη, λέω.
-που θα πας; θα πας στην Βελίκα; φέρε το ψωμί εδώ να το βάλω στο μπλαρ και θα πάμε παρέα.
Ε, και τον αντρέπουμουν, κι πάλι λέω, α θα το βάλω. Τώρα έχουν θάρρους τα παιδιά, μιλούν.
-εγώ πουλές, Ευρύκλεια έτυχε έτσι και πήρα τη χρυσή.
-Καλά έκανες και γω θα βρώ κάποιον.


Ν.Τ: Το θυμάσαι εκείνο το τραγούδι που λέει για τη μάνα του Δημήτρη, την Μαργιουλή;
Ευρικλ: άμα μας μάθει η Ανθυμούλα που την έχει γιαγιά ; …….
......................................................................................................................................................................
Η Μαργιουλή Γκουντάρα του Σπύρου. Φωτογραφία της εγγονής Ανθυμούλας Αντωνούλη



.............................................................................................................................................................
Η Μαριουλή παντρέυιτι
κι όλος ου κόσμους χέριτι.
Κι ποιον θα πάρεις Μαριουλή;
-Του Τριτσιμπίδα το παιδί
που έχ χουράφι κι αμπέλ
κι κρασί μες στου βαρέλ, όπα!!!
Του Μαριουλί του Μαριουλί
Του Μαριουλί παντρεύιτι
κι όλους ο κόσμους χαίριτι
Και ποιον θα ….
Του Τριτσιμ…
Του Μαριουλί χουρευ' μπρουστά
κι η Τσιμπίδαρας 'που κουντά .
Του Μαριουλί χουρέυ’ μπρουστά
κι Τσιμπιδάρας κιρνάει λεφτά.


Μια φορά καθόμουν εδώ στο παλιό το σπίτι κι ήμουν στο παραθύρ’,
και τραγδούσα κι έλεγα..


Του Μαριουλί του Μαριουλί
Και ποιον θα πάρεις Μαριουλί …..
του Τριστιμπίδα του πιδί


είχα ηχόν κι απουλές Νίκο, και τώρα λίγα χρόνια.. και
εχ αμπέλια και χουράφια….


Και πέρασε ο Κουτσίνης (Ιωάννης Γκουντάρας γιος της Μαργιουλής) ο ωραίος άνθρωπος.
-Βρίκλεια!!
-Ποιος είναι; λέω …
......................................................................................................................................................................
Γκουντάρας Ιωάννης η Κουτσίνας, γιος της Μαργιουλής.


























.......................................................................................................................................................................

Πέστο ακόμα μια φορά ..!
-Αρε να στου πώ; Να κατηγορήσω την μάνας; πέστο πέστο, έλεγε, μπράβο το τραγουδάς καλά…. τον άρεσε πολύ τον Γιάννη ,πήρε η Μαριουλί το Σπύρο τον Γκουντάρα ύστερα.


Γιατί αγάπησες Μαριουλή
του Τριτσιμπίδα του Πιδί .
Αυτή η λέξη τώρα που λέει...
Πήρα του Σπύρου τον Γκουντάρα…
.
Ο αρραβώνας με τον σύζυγό της, τον Βασίλη.
   Πήγα στην Νεντούλου στον Πόρο, πέθανε η μάνα του Βασίλη (άντρα της) η Μαριγώ την ημέρα του Βάϊου και ήταν οι φουστανούτσες, η Τσιαγγάλου (τα’ Αβυσσινού η μάνα) κατ' η Βαλαρούλου και είπαν: τώρα Βανθία να εδουνάμι στου Βασίλη την Βρίκλεια.

Ο Βασίλ'ς ήταν τότε ένα παρασάνταλο είχε και μια γκιλότα τότε σφιχτή εδώ κάτω στα πόδια, μια στενή στενή γκιλότα με κατ’ φτερά στη μεσ’, κοίταξε μάνα λέει η Βανθία να πάρουμε τον Βασίλ’ Πλατσά της Μαριγώς, παντρεύετι. Θα στον δώσω δυχατέρα; Θα τον παρς; Σώπα μωρέ μάνούλαμ’ ήταν με μια γκιλότα τόσινιά, τι άνθρωπος είναι αυτός; Αυτός είναι από ψέματα άνθρωπος. Μη μωρέ μανούλαμ θα με σκλαβώς. Α, χαζιά ,η Σαλαμπάλας έχ’ γίδια, θα χορτάσ’ τυριά, γάλα, λάδι εχ’ν λιόδεντρα. Εμείς δεν είχαμε, να πούμε το σωστό. Κοίταξε, λέω, εγώ σαν γυναίκα μπορεί να έχει και νεύρα και να με ριξ’ έναν πάταρου τα υποφέρω, αλλά τηράτε μοναχά να μην με λέτε «σε σκλαβώσαμε κορίτσιμ»! … είχαμε ένα καλαμπούκι κατ στ' Αγιαποστόλια που το’ τρώγαν τα γρούνια….
Πάαινε ο πατεράκος μου θιος σχωρέστον, χρυσό πατέρα είχα ή... ή… να μην με χαλάς, να μην με στεναχωρέψ’, όχι μαναχά εμένα, κι τα τέσσερα κορίτσια… ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ