Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΛΑΤΣΑ Η ΜΟΥΡΗ

ΠΛΑΤΣΑΣ ΔΗΜ. ΤΟΥ ΓΕΩΡΓ 22-1-2006

Οι Καπετανοί: Γιώγος Πλατσάς και Δημήτριος Τσιγάρης.

(Πραγματική ιστορία)

ΠΛΑΤΣΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Η ΜΟΥΡΑΤΖΑΣ

Ήταν ο πατέρας μου, o Γιώργος, μικρό παιδί και μαζί με τον Μήτσιο τον Τσιουγάρ’ θέλησαν να βγουν κλέφτες. Είχαν φουστάνια, μήπως είχαν και παντελόνια κι αυτά είχαν δυο δάχλα λέρα και πήγαν κάτω στην Βελίκα. Απάνω στα Πετρωτά, στα Μπατσκέικα, ο Νικολός Μπάτσικας είχε γίδια. Ήταν εκεί ένας καπετάνιος που είχε το παρατσούκλι, όπως ο Κατσαράνος, αν το θυμηθώ θα στο πω, και τον έσφαξε ένα τραϊ ο Νικολός και το έψηναν. Αυτοί από δω απ’ την παραλία τους μύρισε και σιγά σιγά έφτασαν στα Πετρωτά, στο σκούφο του Μπάτσικα. Εκείνη την ώρα το λιάντζαν το τραϊ καταή. Τους είδε ο καπετάνιος μπροστά στην πόρτα και τους λέει:

- Θέλετε κρέας;

- Ναι, ναι θέλουμε, είπαν.

- Τους έδωσε ένα κομμάτι και αμέσως το ’φαγαν.

Την άλλη μέρα θαρρούσαν ότι έψηνε πάλι και πάλι εκεί πήγαν.

- Δώσ’τα λίγο κρέας, είπε τον Νικολό, αν έχεις.

- Μπάρμπα θα ρθούμε και μεις να γίνουμι καπετανοί μαζί με σένα;

- Ναι, ελάτε.

Τους πήρε πάνω στην Ψιλή ράχη, κοιμούνταν αυτός και αυτοί φύλαγαν σκοποί. Έκατσαν καμιά βδομάδα αυτού. Μετά θέλησε να φύγ’ για Όλυμπο και έπρεπε να τον περάσει απ’ το ποτάμι ο Γιάννης ο Βάρδας που ήταν γνωστός του. Αυτόν τον ληστή τον είχαν αποκηρυγμένο, πήγαν και τα παιδιά μέχρι το Κόκκινο νερό. Τώρα, είπε τα παιδιά, πάτε πίσω εσείς, θα πάω σε μια δ’λειά και θα γυρίσω να ματα σας βρω. Αυτοί τρύπουσαν καμιά βδομάδα στο Κόκκινο Νερό. Τον πήγε ο Βάρδας εκεί στο ποτάμι και τον λέει. Καπετάνιε για να μην γίνεις μούσκεμα θα σε πάρω εγώ στον ώμο και θα σε βάλω στο καράβι. Τον πήρε στην πλάτη του και τον έβαλε να καθίσει εκεί πάνω. Αυτός όμως είχε πει από νωρίτερα τους χωροφύλακες και τον έπιασαν, τον δίκασαν και τον σκότωσαν, ο Βάρδας πήρε τα χρήματα. Α.. , ρε πούστη Βάρδα, άμα ξεφύγω θα σε βγάλω νουζίτσες (λουρίδες). Έμαθαν ο Γιώργος και ο Μήτσιος τα γεγονότα και δεν είχαν κώλο να καν’ κατ’ του χουριό, γιατί θαρρούσαν πως είναι κι αυτοί καπεταναί. Έφτασαν μέχρι την Ξηρόραχη βρίσκουν έναν παππού εκεί:

Παππού!.. είναι χωροφύλακες στο χωριό;

- Όχ’ γιατί;

- Λένε τίποτα για μας που ήμαστε καπετανοί;

- Άντε πάτε στο χωριό, σας ψάχνουν γονείς.


ΠΛΑΤΣΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Η ΜΟΥΡΗΣ
Στην αρχή της σελίδας και αριστερά με ένα κλικ μπαίνετε στο melivoian blogspot, που γράφει για την Αντίσταση, Εμφύλιο κλπ.