Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

ΒΑΪΟΣ ΜΠΕΙΝΑΣ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ





ΜΠΕΙΝΑΣ ΒΑΙΟΣ 16-7-95


O Βάϊος Μπεϊνάς γεννήθηκε το 1932 όπως ο ίδιος μου είπε αλλά στην ταυτότητά του αναφέρεται η ημερομηνία 01/01/1930 και πέθανε στις 06/01/2004.
Βρήκα το Βάϊο στο σπίτι του στη Σωτηρίτσα και μου διηγήθηκε ορισμένα ιστορικά και μη γεγονότα. Βρέθηκα μπροστά σε έναν άνθρωπο που παρ’ όλες τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε, όπως κάθε αγρότης, εν τούτοις όμως εύρισκε το χρόνο και κρατούσε ορισμένες σημειώσεις αλλά και έγραψε ένα «ιστορικό μυθιστόρημα» αν μπορώ να το ονομάσω έτσι, που πρέπει να το γνωρίσουμε αφού βρεθούν οι κατάλληλοι άνθρωποι να το περιεργαστούν και να το εκδώσουν. Αυτό δεν πρέπει να χαθεί αλλά να εκδοθεί ακόμα και αν δεν έχει τελειώσει, έτσι όπως είναι, με διόρθωση μόνο τα ορθογραφικά λάθη, κόμμα και τελείες.
Β.Μ. Αυτά είναι γραμμένα στη δεκαετία του70 έως 80.
 Ν.Τ: βλέπω έχεις και καλή ορθογραφία .
ΒΜ: πήγα μέχρι την 2α σχολείο. Καθόμουν στον Δερματά, κάτω από το μοναστήρι που γίνεται ανασκαφή και έγραφα. Αυτό είναι λογοτεχνικό….
Ν.Τ: Διάβασέ το.


Στα βράχια του Δερματά.


Ένα απόγευμα βγήκα και κάθισα στην ψιλή πέτρα με το σκούρο χρώμα. Αμέτρητα ήταν τα μύδια, κολλημένα σαν να βύζαιναν από την ανόργανη πέτρα κι αυτή ήταν Καλοδεχούμενη, σαν μάνα. Βύζαιναν και ανοιγόκλειναν τα κελύφη τους στον Θερμό ήλιο παρ’ όλο που είχε περάσει ο Αύγουστος και οι παραθεριστές έφευγαν από την παραλία της Βελίκας και κάπου κάπου κανένας ξεκομμένος και αργοπορημένος που έβλεπα να περπατάει νωχελά νωχελά. Τα φύλλα των πλατανιών λίγα, που είχαν μείνει από τις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού χλωμά και αυτά, και παράπλευρα του δρόμου είχαν παχύνει από την πολύ σκόνη. Καθόμουν στην πέτρα και μέτραγα τα άσπρα από τον αφρό κύματα που χτύπαγαν στις πέτρες και εκμηδενίζονταν και πάλι φτάναν άλλα από μακριά. Έτσι δείχνει η θάλασσα πως από μακριά έρχονται και τρέχουν να φθάσουν στον προορισμό τους, μην τα πάρει η νύχτα. Πράγματι δεν μετριούνταν όσο κανένας και αν προσπαθήσει να τα μετρήσει, έρχονται από την Κασσάνδρα. Εκείνο το απόγευμα ήθελα να σημειώσω λίγες γραμμές σε τούτο το τετράδιο έχασα τον εαυτό μου μέσα στον κόσμο του καλοκαιριού και ο καθένας με τις σκέψεις του δεν ενδιαφέρεται για τίποτα σχεδόν. Εδώ άρχισα να γράφω τα όσα τόσο καιρό συλλογιόμουν ότι μπορώ και γω λίγα απ’ ότι βλέπω και τι μπορώ να καταφέρω με τη μικρή μου αυτή φωνή, tα τρανά τα λένε άλλοι…..



ΒΜ: τούτο εδώ είναι από το 1971 μόλις ήρθα από τη Γερμανία.
Να τι γράφω σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Το ονομάζω: "Η Βουκέντρα".


Η Βουκέντρα


  Από τη ράχη απλώνεται η μεγάλη πλαγιά μέχρι τα βράχια που χτυπιούνται από τα κύματα χειμώνα καλοκαίρι. Στην πλαγιά αυτή που απλώνεται τόσο εκτεταμένα είναι τα καλύβια και τα μαντριά των ντόπιων κατοίκων που από αιώνες βρέθηκαν ριζωμένοι με τις ιδιοκτησίες τους, πάππου προς πάππου εδώ. Εδώ ήταν και τα βακούφια (έχει σημασία) τα μέρη ήταν βακούφικα και από χρόνια πολλά έφυγαν οι ηγούμενοι και καλόγεροι και έμειναν πολλοί λίγοι στα μετέπειτα χρόνια. Από την εποχή που πέρασαν οι σταυροφόροι και αφού έκαψαν τα μοναστήρια, οι καλόγεροι που ζούσαν εδώ έφυγαν για το Όρος (γι’ αυτό ακούγεται ακόμα) λίγοι που έμειναν κρυμμένοι για πολλά χρόνια μετά από την πυρπόληση των μοναστηριών, αυτοί που έμειναν κρυμμένοι ξανάκτισαν καινούργια μοναστήρια αλλά όχι πολλά, τώρα έγιναν πολύ λίγα με λίγο κόσμο και τα τελευταία χρόνια έμεινε μόνο ένα μοναστήρι. Αυτό το απομεινάρι συγκέντρωσε την ιδιοκτησία γύρω του, μάζεψε και κόσμο να βόσκει τα γίδια και τα ζευγάρια από βόδια που όργωναν και έσπειραν τα χωράφια, εκεί που ζούσαν και θρέβανε τις φαμίλιες τους. Γκρεμισμένα και καμένα βακούφια παρέμειναν σωροί με πετρωκεραμύδια σ’ αυτό το έρη…..
ΒΜ: είναι άνθρωποι που κάθονται το βράδυ στην καλύβα να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν και λένε διάφορα…. Συνέχιζω παρακάτω …...
………Τα βράδια όταν μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά έψηναν καλαμπόκια και το πρώτο αίνιγμα… για του καινούργιους ζευγητάδες είχαν την συζήτηση. Αυτό το εργαλείο…. ο πιο εύθυμος άρχιζε τα ανοίγματα: να βρε πιδιά, έλεγε ο Σαλιβάρας, αφού φουκάλιζε τον λουλέ καλά και άρχιζε να διηγείται παραμύθια αλλά πρώτα έφερνε να πει γι’ αυτό το κεντρί. Αυτή η κεντριά, έλεγε, αλλού στις πόλεις τη λεν Βουκέντρα - γι’ αυτό έχω επικεφαλίδα «Βουκέντρα»- εμείς εδώ δεν έχουμε δουλειά, Νικολίτικα να τη λέμε, να τη λέμε κεντριά. Η Κεντριά είπε ο Σαλβάρας είναι ένα ματσούκι που μπροστά έχει καρφί να σουγλούμε τα βόδια να τραβούν γρήγορα τ’ αλέτρι. Τώρα, ήσαστε όλοι με ανοιχτά τα αυτιά; ακούτε όλοι αυτό που θα σας πω; να τι θέλω τώρα: Ποιος θα καταλάβει το αίνιγμα τούτο:
- Όλη μέρα τρώει κρέας και το βράδυ κοιτάει τάστρα» το ξέρετε;
- Είναι η κεντριά!!.
- Μπράβο! είπε ο Σαλβάρας πρέπει να στούπε η μάνα σου, γι’ αυτό και το ξερ’ς.
- Όχι απαντά ο μικρός Αλέξης, τ’ άκουσα που τόλεγες και προχτές στον Τζιόλα.
- Α! έτσι ε; δεν κοιμόσουν εκείνο το βράδυ;
- Αμ’ δεν μ έπερνε ο ύπνους, ήμουν μούσκεμα απ’ τ’ς δρουσιές. Εκέινη τη μέρα μ’ έφυγαν τα βόδια και τα μονοπάτια ήταν κλειστά έπεσαν όλες οι φτέρες και τα ’κλεισαν, βάρειναν από το νερό. Δεν κοιμόμουν όχι μόνο εκείνο το βράδυ αλλά πολλά βράδια, δεν με παίρνει εύκολα ο ύπνος, κρυώνου, ξιούμι, μι τσιουμπούσαν οι ψείρες.
- Α, ποιον δεν τσιουμπούσαν, ούλους μας γδερν’ μέρα νύχτα. Αλλά για ύπνο με παίρνει από νωρίς κι από χαράματα ζεύουμε τα βόδια, ως τα βασιλέματα ρίχνουμε το σπόρο, είπε ο Σαλβάρας και με το ρίξιμο του σπόρου χρειάζεται και σβάρνισμα. Και δεν κοιμούσουν εκείνο το βράδυ ντιπ;
- Εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ απ’ την ψείρα. Έπιανα από καμιά στα φρύδια και την έριχνα στη φωτιά για να τφυκίσ’ και δεν προλάβαινε να πέσει στη φωτιά, είχε πύρα πολύ από σ’μα η φωτιά και πολλές φορές πιάνω ψείρες στο σβέρκο.
- Α, μάλιστα πιστεύω εκεί είναι σίτα και πιάνονται εύκολα γιατί είναι ο διάβας, από τις πλάτες βγαιν’ στο κεφάλ’ και πάλι κατεβαίνουν στην πλάτη και κρύβονται την ημέρα στις πλέξεις των φανελών, έλεγε ο Σαλβαράς και έξυσε και αυτός την πλάτη με την τσιμπουκόβεργα. Ο Μήτρος κάθονταν πάντα πάνω στην κολοκύθα, που υπήρχαν πολλές στο σωρό και κάπνιζε το λουλέ νωχελικά και τον άκουγε. Δεν πήρε μέρος στην κουβέντα μέχρι τη στιγμή που άκουσε για ψείρες τότες σαν από ύπνο μπήκε και αυτός στη συζήτηση:
- Που λέτε παιδιά εγώ έχω πιο πολλές ψείρες απ’ όλους σας. Πήγα μια μέρα στον λάκου που έπλυναν οι γναίκες τα τσιόλια, έκατσα σένα τηζιάκ’ και εκεί που ζιουμάτζαν τα στράνια γιόμσα το λουλέ με καπνό αφού ακόμα δεν είχαν σβήσει τα κάρνα έριξα ένα κάρνο στο λουλά, φουγάλιασε καλά, τελείωσε, ξανά τον φτιάχνω και αυτή την ώρα που κάθομαι εκεί δεν κατάλαβα πως μάζευα ψείρες ολ’ν’ ώρα. Κάποια στιγμή μι περπατούσαν στα τσιρέπια και άρχιζα να αμπντώ, να πεσ’ καμιά, από τότε δεν μπορώ να κλείσω μάτι.
- Α, εσείς παιδιά δεν γνωρίσατε τα παλιότερα χρόνια. Μαζευόμασταν εδώ σε τούτην την καλύβα και θυμάμαι πως ο μακαρίτης ο πατέρας μας έβαζε το χέρι στον κούτπα και έπιανε ψείρες και έλεγε εμάς τον κούτσκους. « μονά ή ζυγά» τι έπιασα βρε παιδιά ποιος θα πει πόσες έχω στον κόρφο θα τον δώσω μια ψημένη ρόκα και πάντα έβαζε στοιχήματα ο μακαρίτης με τις ψείρες σε μας τους μικρούς, είπε ο Σαλβαράς. Τώρα παιδιά λιγόστεψαν, έμαθαν οι γυναίκες και ζεματίζουν τα στράνια στα καζάνια και μάλλον το ζεμάτισμα μας έσωσε λιγάκι αλλιώς θα είχαμε ακόμα τον παλιό τον σπόρο. Τούτες είναι μικρότερες από εκείνες του παλιού καιρού εκείνες, με συμπάθιο, ήταν γκαστρωμένες, τις πιάναμε και τις στριμώχναμε μες τα νύχια και είχαν οι μαγκούφκες όλο κόντες.
Β.Μ. Αυτό με τα βράχια του Δερματά το έχω τελειωμένο.
ΜΠΕΙΝΑΣ ΒΑΙΟΣ 16-7-95

Ν.Τ. Στη συνέχεια λέει για το γιατρό και πρόεδρο Παπαλεξανδρή Γρηγόρη
Β..Μ. Θέλω να βρω αυτό που λέω για τους γραμματισμένους:
«Κατηγορώ πολλούς γιατί δεν επινοήθηκαν να ασχοληθούν με το επιτελές έργο του γιατρού , ανθρώπου και κοινοτάρχη ,αφανούς ήρωα που αφιέρωσε και τη ζωή του ακριβώς για την κοινότητα. Λυπούμαι σαν απλός δημότης που δεν αφιέρωσε κανείς έστω μια αράδα στην μνήμη του αείμνηστου Γιατρού και κοινοτάρχου. Πήρα το θάρρος πριν πολλά χρόνια να γράψω απλώς ολίγες αράδες σε απλό τετράδιο που ανασκαλεύοντας πολλή ώρα τα χαρτιά βρήκα το τετράδιο που έγραψα πριν πολλά χρόνια και σαν εισαγωγικά γράφω σήμερα αυτές τις λέξεις που πρέπει κάθε Θανατιώτης να αισθάνεται ένοχος μπροστά σε τέτοιους ανθρώπους που προσπάθησαν να ανεβάσουν το πολιτιστικό επίπεδο των ανθρώπων αλλά δεν το εκτίμησαν σαν σύνολο μάλλον για ….. κρίμα στους γραμματιζούμενους του χωριού μας που κανένας δεν έχασε ούτε μια ώρα να γράψει δυο λόγια για τον ανθρωπιστή γιατρό. Μελιβοία 28 Ιανουαρίου 1971. το τετράδιο τούτο (γράφει στο πίσω μέρος) είναι γραμμένο πριν χρόνια διαπραγματεύομαι μορφές που έπαιξαν ρόλους σπουδαίους για την καλυτέρευση των συνανθρώπων τους και πρώτος είναι ο γιατρός και για πολλά χρόνια κοινοτάρχης του χωριού Αθανάτη – Μελιβοία. Γι’ αυτό είναι αφιερωμένο στις ευεργεσίες για όλα τα έργα για την καλυτέρευση της ζωής των κατοίκων του χωριού του και το ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου. Το έργο που απετέλεσε ο γιατρός και κοινοτάρχης δείχνει ως σήμερα τις προοπτικές που συνέλαβε ο τότε γιατρός και κοινοτάρχης της Μελιβοίας. Τα κοινωφελή έργα στην διάρκεια της θητείας του γιατρού δείχνουν την επινόηση του ως τις μέρες μας. Το τετράδιο τούτο αναφέρεται για το έργο που συντελέστηκε και θα μείνει για όσους κοινοτάρχες θα περνούν σ’ αυτό το χωριό. Δεν ακούγεται το όνομα του γιατρού, ίσως από σκοπιμότητα και αυτό είναι περιφρόνηση που δεν βρέθηκαν άνθρωποι να σημειώσουν δυο τρεις γραμμές σε κάποιο χαρτί, απλό, όπως τούτου δω.
Ν.Τ πού το έχεις το τετράδιο*.
ΒΜ: είναι αυτό από κάτω εδώ, αλλά δεν θέλω να το δώσω τώρα, έχει ορισμένα πράγματα που θίγονται, για εκείνη την εποχή.
Ν.Τ δεν πειράζει.
Β.Μ. Ότι προσκόμισα εγώ, ιδίως από πληροφορίες γιατί όταν χαλάστηκε (τον σκότωσαν) το 43 ήμουν και γω δέκα χρονών, και κατά την δεκαετία 30- 40, που θέλησε να βγάλει νερά από κάτω…
Στον Αγραφιώτη πήγα τρία χειρόγραφα των πολλών σελίδων.
Πήγα και στην Γερμανία ,είχα τρεισήμισι χρόνια εκεί. Εγώ γεννήθηκα το 1932
Έγραψα για τους νέους της δεκαετίας του πενήντα. Το χειρόγραφο το δικό μου, αυτή η δουλειά είναι από το 1988 .
Ν.Τ. Αυτό το τετράδιο που λέει ο Βάϊος Μπεϊνά,ς βρίσκεται στο σπίτι του μακαρίτη καθηγητή Βασίλη Κορδίλα, έχω και ο ίδιος ένα αντίγραφό του. Το έδωσε αργότερα ο Μπεϊνάς στον Κορδίλα για να γράψει την Ιστορία των παππούδων του, που ένας εξ’ αυτών ήταν και ο γιατρός Γρηγόρης Παπαλεξανδρής. Υπάρχει σελίδα στο Blog, ειδική, για τον γιατρό και κοινοτάρχη Γρηγόρη Παπαλεξανδρή, που ακόμη είναι στην αρχή. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ