Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

ΡΗΓΑΣ ΤΑΚΗΣ-ΜΥΓΔΑΛΩ ΡΗΓΑ



ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ














ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ











Αριστερά και κάτω, στην παραλία, ήταν το Λουτρό, σε επαφή με το ρέμα.

   Στο κύμα της θάλασσας θα δείτε κτίσμα, που παρ’ όλο που το χτυπά καθημερινά η θάλασσα, ακόμα πρέπει να υπάρχει (πριν 22 χρόνια πήγα εκεί). Ήταν, κατά την γνώμη μου, το λιμάνι του μοναστηριού ή ήθελαν οι καλόγεροι να φτιάσουν μοναστήρι που να ακουμπά την θάλασσα. Εκεί έχει το μεγαλύτερο κύμα της περιοχής, ακόμα και όταν έχει μπουνάτσα.

Τάκης Ρήγας- Ρήγα Μυγδάλω 18-6-95
ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ

ΚΑΙ ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ

Ν.Τ : Το Λουτρό βρίσκεται στον Κάβο Δερματάς της Μελίβοιας, όπου σ’ αυτό το μέρος ανασκάφτηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία ένα Βυζαντινό Μοναστήρι. Αυτή η περιοχή, όπως και ολόκληρος ο Γκούτζιμπος, έχουν μεγάλη ιστορία. Εδώ ήταν τα εκατό μοναστήρια του Όρους των Κελλίων και πιθανόν η αρχαία Μελίβοια.

   Εκεί στα Καστριά, στο σπίτι τους, που έχει πολύ καλή θέα, με την Μυγδάλω και τον γιο της Τάκη λέγαμε τις ιστορίες…
Μυγδάλω: Αυτού μέσα πρέπει να έχει αρχαία πολλά, αυτού είναι το Λουτρό. Εγώ τις θυμήθηκα τις λεκάνες που έκαναν μπάνιο. Ο πατέρας μου πήγαινε τακτικά εκεί και έριχνε δυναμίτες. Έλεγα: Πατέρα, τι κοπάνες είναι αυτές; ποιες έπλεναν εδώ; Εκεί ήταν τα μπάνια, στην πηγή με το νερό λίγο παραπάνω. Αυτές τις λεκάνες τις χάλασαν. Εδώ ήταν η Βασίλισσα και έκανε τα μπάνια γι’ αυτό το λεν στο Λουτρό, μου είπε ο πατέρας μου.
Καθώς η Μυγδάλω διηγόταν τις ατέλειωτες ιστορίες της, γυρίζει το βλέμμα της προς το μέρος του γιου της και λέει:
- Πέστο Τάκη, πέστο για να πιστέψει....
- Ε, όχι..
- Πέστο παιδάκι μου, δεν είναι τίποτα το κακό αυτό, καλό είναι.
Τότε ο Τάκης παίρνει το θάρρος, γιατί προηγουμένως ντρεπόταν, δεν ήθελε να το πει, μήπως και τον κοροϊδεύω γι' αυτά που θα έλεγε.

Τάκης: Άκου τι έπαθα. Πέρυσι, περίπου την άνοιξη του 1994, δουλεύαμε με το Γιάννη τον Συφιρλή στο Κόκκινο νερό. Ο Γιάννης έχει ένα φούρνο εδώ στα Καστριά και χάλασε ο πάτος. Θέλησε να πάρουμε κεραμίδια και να στρώσουμε το φούρνο. Εδώ, όπως ξέρεις, όλοι οι φούρνοι του χωριού μας είναι κτισμένοι με κεραμίδια από τα χαλασμένα μοναστήρια. Σταματήσαμε το αυτοκίνητό μας στο Λουτρό, εκεί που έγινε ανασκαφή σε μια εκκλησία και είπαμε ότι εκεί θα βρούμε λίγα κεραμίδια που θέλαμε για να επισκευάσουμε το φούρνο. Πήραμε δυο μπουφάν μαζί μας για να βάλουμε τα σπασμένα κεραμίδια και να τα μεταφέρουμε ευκολότερα στο αυτοκίνητο. Τα βάλαμε στον ώμο και μόλις φθάσαμε στο αυτοκίνητο είδαμε ότι είχαμε χάσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και μαζί με αυτά και τα κλειδιά του σπιτιού που φτιάχναμε στο Κόκκινο Νερό και τα κλειδιά από το σπίτι του Συφιρλή. Παίρνουμε πάλι το δρόμο για το μοναστήρι, που απέχει περίπου εκατόν πενήντα μέτρα από τον κύριο δρόμο, ψάχνοντας να βρούμε τα κλειδιά. Πάνω από τρεις ώρες ψάχναμε αλλά τα κλειδιά δεν τα βρίσκαμε.
Άρχισε να σουρουπώνει και σε λίγο δεν θα βλέπαμε καθόλου. Απελπισμένος κάθισα δίπλα στο αυτοκίνητο και άναψα «τσιγάρο» γιατί ήμουν πολύ κουρασμένος με το πάνω κάτω που έψαχνα το δρόμο. Εκεί που καθόμουνα, ακούω μια φωνή, που δεν καταλάβαινα από που ερχόταν, να μου λέει: "Αυτά που μου πήρες να μου τα φέρεις πίσω και θα σου δώσω αυτά που σου πήρα εγώ". Τρόμαξα και σηκώθηκα πάνω. Σκέφτηκα ότι αυτή η φωνή δεν ήταν φωνή ανθρώπου. Τότε φωνάζω το Συφιρλή που έψαχνε ακόμα πάνω κάτω κάνοντας πολλά δρομολόγια:
Συφιρλή άκουσα μια φωνή που μου είπε ότι πρέπει να πάρουμε τα κεραμίδια και να τα πάμε πάλι στο μοναστήρι γιατί αλλιώς τα κλειδιά δεν μας τα δίνει.
Καλά λες, είπε και ο Συφιρλής, κάνε ένα κόπο Τάκη και κατέβασέ τα κάτω.
Μα, τα κουβαλήσαμε δυο και κουραστήκαμε, τώρα μόνος μου πώς να τα κουβαλήσω;
Τα έβαλα σε ένα χριάμ' που είχαμε στο αυτοκίνητο, γιατί η πίσω πόρτα ήταν χαλασμένη και άνοιγε, και σαν γάιδαρος τα κουβάλησα και τα έβαλα εκεί που ήταν πρώτα. Μου έπεσαν στο δρόμο δυο και είπα με το μυαλό μου ότι θα γυρίσω να τα πάρω και αυτά. Σ' όλο το δρόμο από το αυτοκίνητο μέχρι την εκκλησία έλεγα το "Πάτερ ημών" και μόλις άφησα τα τούβλα είπα: «Εγώ στα έφερα, τώρα δώσε μου και συ αυτά που μου πήρες".
   Πήραμε πάλι το δρόμο προς τα πάνω και ήμουν σίγουρος ότι θα βρω τα κλειδιά. Αλλάζω, εντελώς τυχαία, το δρόμο και πάω από το άλλο δρομάκι, που ποτέ δεν είχαμε ψάξει και βλέπω από μακριά μέσα σε μια πατλιά (πολλά βάτα ) να λάμπουν τα κλειδιά λες και ήταν χρυσός, παρ' όλο που ήταν σχεδόν νύχτα. "Να τα κλειδιά" μου λέει η φωνή. Εμείς ψάχναμε πάντα από το ίδιο δρομάκι ενώ τα κλειδιά ήταν στο άλλο δρομάκι (μονοπάτι) και ο Συφιρλής δεν θυμόταν ότι είχε περάσει από εκεί. Ναι, τα πήγα πίσω σαν τον γάιδαρο, δεν κατάλαβα πώς τα πήγα, και θυμάμαι εκείνη τη μέρα και ψάχνω να βρω πιο όνομα είναι απ’ αυτή την εκκλησία, γιατί θέλω να φτιάξω ένα εικονοστάσι. Αυτή την πλάκα έπαθα Νικόλα με τα τούβλα, δεν ξαναπάω, κόψτε μου τα χέρια. Να έχουμε πάνω από τρεις ώρες να ψάχνουμε τα κλειδιά και να μη μας περνά απ’ το μυαλό ότι ήταν σ’ εκείνο το δρόμο, πηγαίναμε απ’ άλλο δρόμο συνέχεια. Λέω: «Το λάθος το βρήκα, τα θέλει πίσω αυτά που του πήραμε» και πήρα αυτό το μονοπάτι εντελώς τυχαία, και είπα το Συφιρλή: «Πέρασες από δω;» όχι μου ’λεγε. Τα κλειδιά ήταν δυο μέτρα μακρυά. Αυτή η εκκλησία πρέπει να είναι θαυματουργή και αυτός που την έφτιαξε άγιος άνθρωπος, ενώ η θέα που έχει εκεί είναι άλλο πράγμα.
Ν.Τ. Δεν άλλαξα ούτε μία λέξη, αν άλλαζα, ποιο το κέρδος μου;
Τα συμπεράσματα είναι για τον καθένα, του πως ο καθένας σκέφτεται, και θα ήταν καλύτερα αν γνώριζε κανείς την ιστορία του Τάκη.



ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ-ΑΡΙΣΤΕΡΑ- ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ melivoia1. ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ- ΕΜΦΥΛΙΟ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΥΣ ΓΕΝΙΚΑ.