Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

ΑΠΟ ΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟ -ΖΩΓΡΑΦΟ ΑΝΤΩΝΗ ΓΙΑΓΚΟ- ΜΙΑ ΜΟΥΡΙΑ ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ





Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ Ν ΤΣΙΝΤΣΙΡΑΚΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΓΙΑΓΚΟΥ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ

Εδώ ήταν το μπακάλικο του Γάλλου.
Αριστερά της πόρτας στο πρώτο παράθυρο, έδεσε το μουλάρι ο Θανάσης Τζαλαβούρας ή Θανάσ' απ' του Γυαλό, πήγε μέσα στο καφεπαντοπωλείο του Δανιήλ Γάλλου, και του είπε να τον τηγανίσει τζιέρια, επειδή δεν είχε τζιέρια, έκοψε το αυτί από το μουλάρι και στο έδωσε να το τηγανίσει. Στο μέρος που βρίσκεται το αυτοκίνητο, ήταν οι μουριές της πλατείας όπου κρεμούσαν τα σφαχτά.
......................................................................



Η μουριά που ήταν κρεοπωλείο
Τη φωτογραφία μου την έδωσε ο Παναγιώτης Γρ. Σκάθαρος
.......................................................................................


ΜΙΑ ΜΟΥΡΙΑ ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ
Στην κεντρική πλατεία του χωριού ήταν το Μπακάλικο του Γάλλου. Δεξιά από την είσοδο του μπακάλικου υπήρχε μια μουριά. Παντού υπήρχαν μουριές στο χωριό μας τότε. Με τα φύλλα της μουριάς θρέφαμε, κυρίως, μεταξοσκώληκες αλλά και τα μανάρια, δηλαδή τα οικόσιτα γιδοπρόβατα, αλλά κι άλλα θηλαστικά!
   Τούτη η μουριά, όμως, δεν χρησίμευε μόνο για να δίνει τα φύλλα της και τη σκιά της. Στα κλωνάρια της στηρίζονταν τα τσιγκέλια, από όπου οι χασάπηδες κρεμούσαν τα σφαχτά τους. Με άλλα λόγια ήταν ένα είδος, ας πούμε, υπαίθριου κρεοπωλείου.
  Ναι, πράγματι σ᾽αυτή τη μουριά, θυμάμαι, πολλές φορές, τις παραμονές των εορτών και κάποια Σάββατα, ο Γρηγόρης Γουργιώτης (Λιόλιος) κρεμούσε εκεί τα σφάγια που είχε για πούλημα. Τα έσφαζε πρώτα, εννοείται, υπαίθρια και σε κοινή θέα, πιο κάτω από την είσοδο της πλατείας (προς τη μεριά της βρύσης), στο σταυροδρόμι για τον Κούκουρδα, στου Παρπαγαντζή. Έτσι λεγόταν το κομμάτι αυτό του δρόμου, μπροστά από του Κυλινδρή (Τάκου) το καφενείο. Υπήρχαν κι εκεί μουριές. Μια στη γωνία του Ευθυμιάδη - Κουβαρά κι οι άλλες πλάι στο δρόμο προς το γκρεμό, αλλά εκεί δεν κρεμούσαν κρέατα, διότι ήταν τα κοινοτικά αποχωρητήρια δίπλα, σε μικρή απόσταση, και…βρομούσε απαίσια. Μόνο καμιά φορά, όταν υπήρχε συνωστισμός σφαγέων, κρεμούσαν και σ᾽αυτές τις μουριές, αλλά όχι για πολύ και μόνο από ανάγκη.
  Τότε δεν υπήρχε υγειονομικός έλεγχος! Ούτε σφαγεία υπήρχαν. Όχι μόνο στη Μελίβοια, αλλά και στα άλλα χωριά, από όσο μπορώ να ξέρω, δεν υπήρχαν σφαγεία όπως τα σημερινά, και παντού έσφαζαν υπαίθρια, χωρίς τις κατάλληλες υγειονομικές προϋποθέσεις.
   Τις παραμονές των Χριστουγέννων ο δρόμος αυτός, σ᾽αυτό το σημείο, στου Παρπαγατζή, …γινόταν κατακόκκινος από το αίμα, και το σκούξιμο των γουρουνιών αντιλαλούσε σε όλη τη ρεματιά και ξυπνούσε ολόκληρη την Αλευριά.
   Άλλοι χασάπηδες της εποχής ήταν ο Φυτιλής, που περισσότερο δούλευε στο κρεοπωλείο του στην Αγιά, ο Γκουντάρας που κι αυτός αργότερα συνεργάστηκε με το Φυτιλή, ο Χαρατσής (ο Γάτος) κι άλλοι που δεν θυμάμαι. Ανέφερα αυτούς, διότι ήταν επαγγελματίες χασάπηδες κι έμποροι ζώων. Εκτός, όμως, από αυτούς, …ήταν κι όλοι οι άλλοι κτηνοτρόφοι του χωριού, που έσφαζαν μόνοι τους, και χωρίς μεσάζοντες πουλούσαν το κρέας στους συγχωριανούς. Τότε όλοι οι κτηνοτρόφοι ήξεραν να σφάζουν και να γδέρνουν, αλλά και οι μή κτηνοτρόφοι πολλές φορές! Έσφαζαν, λοιπόν, και τα κρεμούσαν στη μουριά, είχαν κι ένα κρεατοσάνιδο εκεί δίπλα να λιανίζουν το κρέας κι όσο για ζύγισμα, …τους εξυπηρετούσε ο Βασίλης ο Γάλλος με τη ζυγαριά του μπακάλικου. Ερχόταν ο κάθε νοικοκύρης, έβλεπε, ρωτούσε, εξέταζε κι αν αποφάσιζε, διάλεγε το κομμάτι κι ο Λιόλιος το έκοβε στο πι και φι!
   Συνήθως τα σφάγια ήταν προπουλημένα εξολοκλήρου ή κατά ένα μεγάλο μέρος. Δηλαδή, αν ο χασάπης ή ο κτηνοτρόφος ήθελε να σφάξει, ας πούμε, ένα ζώο …περνούσε από καφενείο σε καφενείο κι ενημέρωνε όλους όσους ήθελε να εξυπηρετήσει ή να τους ¨φορτώσει¨ κρέας! Τους έλεγε …ότι πρόκειται να σφάξει ένα …μανάρι καλοθρεμμένο ή ένα ζυγούρι ή ένα βετούλι ή του γάλακτος εξαιρετικό πράμα… κι αν ήθελαν, να αγοράσουν. Υπολόγιζε, δηλαδή, στους φίλους και τους συγγενείς και στο φιλότιμό τους ή την υποχρέωση που του είχαν.
   Έτσι κάποτε, ο ξάδερφός μου ο Κωστάκης Χαρατσής (Σφήνιος), επειδή μια γίδα που είχαν μανάρα στο σπίτι, -είχαν και κοπάδι- εκεί που ήταν δεμένη στο κτήμα να βόσκει, μπλέχτηκε με το σκοινί (σκοινιάστηκε) και …πνίγηκε (απαγχονίστηκε), για να μην την πετάξει στα σκυλιά, θεώρησε πως έπρεπε να τη γδάρει και να την πουλήσει ως κρέας στους φίλους και συγγενείς. Είχε πάρει κι ο πατέρας μου - αν ήταν δυνατόν να μην πάρει από τον ανεψιό - καναδυό οκάδες, ίσως και τρεις. Πήρε κι ο Γιάννης Χαρατσής (ο Ζαχαρός) ο γαμπρός μας, ο άντρας της Ερμιόνης και πατέρας του Χρήστου, του Μίλτου και του Θωμά. Χαρατσήδες ήταν κι οι δυο, αλλά συγγένεια δεν είχαν, απ᾽όσο μπορώ να ξέρω. Επειδή, όμως, ο Κωστάκης ήταν ξάδερφος της γυναίκας του της Ερμιόνης, …με μαγάλη ευχαρίστηση, πήρε, πολύ κουβαρδαλίδικα, πέντε οκάδες. Δυστυχώς, όμως, για τον Κωστάκη, έμαθε ο Ζαχαρός πως η γίδα δεν σφάχτηκε, αλλά κρεμάστηκε και ….ψόφησε, και θύμωσε παρα πολύ. Θεώρησε πως τον κορόιδεψαν κι από τότε έκοψε την καλημέρα σε όλους τους Σφηναίους. Όσο κι αν παρακαλέσαμε οι υπόλοιποι, περνώντας τα χρόνια, να τους συμφιλιώσουμε, δεν έγινε τρόπος. Μέχρι που πέθανε ο Ζαχαρός, καλημέρα στο Σφήνιο δεν είπε.

.έργο του Αντώνη Γιάγκου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΙΑΓΚΟΣ    
Ζωγράφος
Νίκαια Λάρισας