Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

O ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΓΑΛΛΙΩΤΑΣ- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΟΔΥΣΣΕΑ ΒΑΪΟΥ ΤΣΙΝΤΖΙΡΑΚΟ


Ο ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΓΑΛΛΙΩΤΑΣ- και ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ ΑΘΑΝΑΤΟΥ (ΜΕΛΙΒΟΙΑ)
ΕΡΕΥΝΑ-ΚΕΙΜΕΝΑ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ  ΟΔΥΣΣΕΑ Β ΤΣΙΝΤΖΙΡΑΚΟ
Οι Φωτογραφίες, βίντεο, δακτυλογράφηση και τοποθέτηση έγιναν από τον Ν.Τ.


Ο Οικονόμος Παπακώστας Γαλλιώτας
(1942 – 1983)

   Γεννήθηκε το έτος 1912 στο χωριό Αθανάτη του Νομού Λάρισας και είναι το τέταρτο και τελευταίο παιδί του Ιωάννη και της Χαρίκλειας Γαλλιώτα, μιας φτωχής οικογένειας του χωριού, η οποία στο ξεκίνημά της με δυσκολία εξασφάλιζε τις βιοποριστικές της ανάγκες. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο ο Ιωάννης Γαλλιώτας αναγκάστηκε, όπως αρκετοί άλλοι, στις αρχές του 20ου αιώνα να μεταναστεύσει στην Αμερική, απ’ όπου όμως επέστρεψε σχετικά σύντομα και επιδόθηκε στις αγροτικές του απασχολήσεις, προκειμένου να σπουδάσει δασκάλα την πρωτότοκη κόρη του Όλγα και να επιχειρήσει στη συνέχεια το ίδιο και στο μικρότερο γιο του Κων/νο, ενώ κράτησε για την καλλιέργεια των κτημάτων του τα δύο άλλα παιδιά, Βασίλειο και Ασπασία. Την εποχή εκείνη θεωρούνταν άθλος το να μπορέσει ο αγρότης πατέρας να σπουδάσει παιδί. Πολύ περισσότερο βέβαια, όταν επιχειρούσε να το κάνει σε δύο παιδιά. Ωστόσο ο μπαρμπαγιάννης το επιδίωξε.
   Ο Κωνσταντής Γαλλιώτας έμαθε τα πρώτα του γράμματα στη γενέτειρά του και σε ηλικία μόλις 12 ετών, κατά το σχολικό έτος 1924-25, φοίτησε στην πρώτη τάξη του Α΄ Ελληνικού σχολείου Λάρισας (σ.σ. σημερινό Γυμνάσιο). Στο ίδιο σχολείο πέρασε και τη Δεύτερη τάξη κατά το επόμενο σχολικό έτος, οπότε μετεγγράφηκε στο Ελληνικό Αγιάς, προκειμένου να φοιτήσει στην Τρίτη και τελευταία τάξη, απ’ όπου και πήρε το απολυτήριό του με “άριστα” και διαγωγή “Κοσμιωτάτη”. Είναι χαρακτηριστικό το ότι στα δύο χρόνια που φοιτούσε στο σχολείο της Λάρισας διέμενε στην πόλη σε νοικιασμένο δωμάτιο κατά τις μέρες που διαρκούσαν τα μαθήματα και επέστρεφε το Σάββατο πεζός στο χωριό, ώστε να εφοδιαστεί με τα απαραίτητα για τη συντήρησή του, και Κυριακή μεσημέρι ξεκινούσε και πάλι πεζός για την έδρα του σχολείου του. Ίσως και να είναι αυτός ο κύριος λόγος που ζήτησε να φοιτήσει στο Ελληνικό της Αγιάς κατά το σχολικό έτος 1926-27.
     Δε θέλησε να προχωρήσει παραπέρα τις σπουδές του, παρόλο που ο πατέρας του τον προέτρεπε και του συνιστούσε από τότε να γίνει παπάς! Για τον Κωνσταντή προείχε η στήριξη της οικογένειας και η καλλιέργεια των χωραφιών. Τα χρόνια δύσκολα, οι προοπτικές αμυδρές, οι ανάγκες τεράστιες. Γύρισε λοιπόν έφηβος στο χωριό και ακολούθησε τον πατέρα του και το μεγαλύτερο αδελφό του στη γεωργική ενασχόληση και στα λίγα ζωντανά τους. Κι όταν το 1936 πέθανε ο μπαρμπαγιάννης, τα δύο αδέλφια, Κωνσταντής και Βασίλης, ανέλαβαν τη διευθέτηση της πατρικής περιουσίας, για να τα “βγάλει πέρα” η οικογένεια.
   Το 1940 νυμφεύτηκε την Ευρύκλεια Λάμπου με την οποία σταδιακά έφεραν στον κόσμο 6 παιδιά: Τους Γιάννη, Βασίλη (πέθανε νήπιο), Βασίλη (του δόθηκε το όνομα του αδελφού που χάθηκε), Σταύρο, Χαρίκλεια και Γιώργο. Το 1941 έλαβε μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας εναντίον των Ιταλών και βρισκόμενος στο μέτωπο πήρε την απόφαση να ντυθεί κληρικός εξαιτίας ενός συμβάντος, το οποίο αποδείχτηκε καθοριστικότατο για την παραπέρα πορεία της ζωής του. Ενώ ο Ελληνικός στρατός δεχόταν σφοδρή επίθεση του εχθρού, ο Κωνσταντής με το συμπολεμιστή του Χρήστο Γκουβάνη είχαν οχυρωθεί πρόχειρα και μετρούσαν τις οβίδες που αδιάκοπα έσκαγαν δίπλα τους. Τότε ο Χρήστος του πρότεινε να εγκαταλείψουν εκείνη τη θέση και να οχυρωθούν πιο πέρα για περισσότερη ασφάλεια, κάτω από ένα θεόρατο πλατάνι. “Χρήστο, κάτσε εδώ που είμαστε. Αν είναι να μας βρει οβίδα, θα μας βρει όπου και να πάμε!”, του απάντησε. Δεν πρόλαβε να περάσει ούτε λεπτό, όταν έκπληκτοι κι οι δυό τους είδαν την οβίδα να σκάει ακριβώς στο σημείο που πρότεινε ο Χρήστος. Εκείνη τη στιγμή ο Κωνσταντής έκαμε το τάμα του και το ανακοίνωσε στο φίλο του. “Αν απ’ τον πόλεμο φύγω ζωντανός, θα φορέσω το ράσο”!
   Με τη Γερμανική εισβολή γύρισε στο χωριό και δρομολόγησε τις κινήσεις του για την ιεροσύνη.  Το 1942 ήρθε και βρήκε την Αθανάτη ερημωμένη απ’ τη φασιστική λαίλαπα.  Μέσα στην κατάσταση λοιπόν αυτή, καθώς το ’42 βάδιζε προς τη λήξη του και οι κάτοικοι του χωριού πάσκιζαν να ορθοποδήσουν πάνω στα ερείπια, που άφησε πίσω του ο στρατός κατοχής, ο Κωνσταντής επισκέφτηκε τη Μητρόπολη Δημητριάδος, προκειμένου να πραγματώσει το τάμα που είχε κάμει στον εαυτό του, και να υλοποιήσει έτσι και την επιθυμία του πατέρα του.
   Χειροτονήθηκε Διάκονος απ’ το Μητροπολίτη Ιωακείμ στις 29-11-1942 σε ηλικία 30 ετών και λίγες μέρες αργότερα, στις 5 Δεκέμβρη το απόγευμα “ο προ 40 ημερών λαϊκός Κωνσταντής γύριζε ξανά στο χωριό του ντυμένος πια παπάς”, σημειώνει ο ίδιος σ’ ένα απλό και σύντομο αυτοβιογραφικό του σημείωμα, το οποίο συνέταξε λίγους μήνες πριν κοιμηθεί.

Τμήμα του σύντομου αυτοβιογραφικού του σημείωμα, το οποίο συνέταξε λίγους μήνες πριν κοιμηθεί
....................................................................................
 Γύριζε λοιπόν στο χωριό με το ζώο, μια και αυτοκινητόδρομος δεν υπήρχε, κι, όταν έφτασε σε απόσταση 2 χιλιομέτρων απ’ τα πρώτα σπίτια, άκουσε να χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες και οι δυο∙ και του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Παρασκευής! “Έχει γούστο να χτυπούν για μένα!” είπε. Οι συνοδοιπόροι του τον βεβαιώσαν αμέσως ότι γι’ αυτό ακριβώς χτυπούσαν, κι όταν μπήκε στο χωριό αντίκρισε έκπληκτος να τον καρτερούν σε παράταξη όλοι οι συγχωριανοί του και να τον επευφημούν στην υποδοχή. Φαίνεται πως το αλάθητο λαϊκό αισθητήριο στο πρόσωπο του νερού ιερέα έβλεπε ενσαρκωμένη την ελπίδα και το στήριγμα, για να βγει η τοπική κοινωνία μέσα απ’ τα δεινά της κατοχής. Η πραγματικότητα η ίδια ήρθε ύστερα να αποδείξει ότι ο λαός αυτός δεν διαψεύστηκε στις προσδοκίες του. Στριμώχνονταν να τον δουν από κοντά, να τον χαιρετήσουν, να τον αγγίξουν, να του φιλήσουν το χέρι. Τέτοια υποδοχή δεν την περίμενε κι ο ίδιος ακόμα και στα πιο αισιόδοξα όνειρά του. Απερίγραπτη ήταν η συγκίνησή του, όταν είδε μέσα στο πλήθος, λίγα μέτρα πριν το ναό της Αγίας Παρασκευής, να τον περιμένει ο γέρων Σακελλάριος Παπαηλίας Ζουλούλης, ο εφημέριος της ενορίας.
Παπαηλίας Ζουλούλης, παππούς του Ηλία Μπάκαβου που πήρε και το όνομά του.
...............................................................................................
 Ο Παπαηλίας τον ασπάστηκε θερμά, του έδωσε στο χέρι ένα σταυρό και τον οδήγησε μέσα στον ιερό ναό, ενώ το πλήθος ακολούθησε σύσσωμο. Αμέσως ο Παπακώστας, πλέον, βγήκε στην ωραία πύλη και κάνοντας το σχήμα του σταυρού ξεκίνησε την τέλεση του πρώτου εσπερινού της Διακονίας του με το “Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε νυν και αεί…”, μπροστά σ’ ένα λαό τον οποίο έμελε να ποιμάνει επί 40 συνεχή χρόνια ως λειτουργός του Υψίστου.

  Από τον Ιανουάριο του 1943 άρχισε να γράφει σε βιβλία ότι χρειαζόταν για την εκκλησία. Αυτό το βιβλίο έγραφε για τους θανάτους και μόνη η πρώτη σελίδα μας δίνει αρκετά ιστορικά στοιχεία που και οι συγγενείς αυτών δεν θα μπορούσαν να μας τα δώσουν. Πρώτη που απεβίωσε στις 4 Ιανουαρίου είναι η Αικατερίνη σύζυγος Αντώνη Αντωνούλη που ο Αντώνης βρισκόταν και πέθανε στην Αμερική. Στις 6 Ιανουαρίου απεβίωσε ο Βασίλης Κρίνας, είχαμε και αυτό το επίθετο στο χωριό μας που χάθηκε. Στις 7 Ιανουαρίου απεβίωσε ο Κωνσταντίνου Αθανάσιος, είχαμε και αυτό το επίθετο. Στις 13 Φεβρουαρίου απεβίωσε ο Στέφανος Κανδυλάρης του Αναγνώστη, παππούς του σημερινού Στέφανου Καραμήτσιου, που δεν ήξερε ότι ο προπάππος του ήταν ο Αναγνώστης που ήταν Κοτσαμπάσης επί τουρκοκρατίας και τον αφόρησαν στην εκκλησία της Αγίας παρασκευής, και αυτοί για να μην τους πιάσει ο αφορισμός κάρφωσαν με απέλες (τάβλες) τα παράθυρα, γι' αυτό και πήραν το όνομα καρφωμένοι. Στις 28 Φεβρουαρίου απεβίωσε ο Δημήτριος Γούτσιος, είχαμε και αυτό το επίθετο. Στις 03 Απριλίου απεβίωσε ο Γεώργιος Γραμμένος, πατέρας του Οδυσσέα Γραμμένου, που έπεσε η περαστή- όπως λένε- και τον πλάκωσε στην Άλχωρα!!!!!  Στο τέλος της σελίδας γράφεται ότι εφονεύθη από τους Γερμανούς ο Λουκανίκας Ιωάννης, 17 Οκτώβρη του 1943, ιστορικό στοιχείο για την παραμονή των Γερμανών στο χωριό μας. Πόσα και πόσα Ιστορικά στοιχεία σε μια σελίδα που έγραψε κάποτε ο Παπακώστας! Μπορεί να υπάρχουν και άλλα βιβλία που υπήρχαν στην εκκλησία και να βρίσκονται σε διάφορα σπίτια, που μπορεί να έχουν και γραμμένα διάφορα στα περιθώρια.
............................................................................................
   Στη συνέχεια επρόκειτο να φοιτήσει στην Ιερατική Σχολή Καρδίτσας, ενώ παράλληλα ιερουργούσε στο χωριό ως βοηθός στην αρχή του εφημέριου Παπαηλία, ώσπου φοίτησε με “άριστα” και ως ιερέας πια αντικατέστησε το γέροντα Σακελλάριο, ο οποίος αποσύρθηκε απ’ τα καθήκοντά του και το 1945 κοιμήθηκε. Ο Παπακώστας, εφημέριος πια της ενορίας του με πλήρη συνείδηση της ευθύνης του απέναντι στο ποίμνιό του, το οποίο υπέφερε τα πάνδεινα, φρόντισε να τηρήσει κατά γράμμα την ιερή παρακαταθήκη που του έδωσε στο χέρι ο Μητροπολίτης τη στιγμή της χειροτονίας του. Επιδόθηκε με όλη του την ευλάβεια και με όσες δυνάμεις διέθετε στο τριπλό έργο του εφημερίου: Το αγιαστικό, το διδακτικό και το ποιμαντικό, δηλαδή το διοικητικό και κατά κοινή ομολογία πέτυχε εκείνο, το οποίο ελάχιστοι ιερωμένοι αξιώθηκαν:



ΤΟ ΔΗΜΟΤΟΛΟΓΙΟ
..................................................................
απ’ τη μια καταγράφτηκε στη συνείδηση, όσων τον γνώρισαν, τόσο έντονα, ώστε στο άκουσμα της λέξης και μόνο παπάς το σημαινόμενο να είναι μόνον ο Παπακώστας, κι απ’ την άλλη, παρόλο που κλείνουν 3 δεκαετίες, αφότου άφησε τα εγκόσμια, ο απόηχός του φτάνει στις νεότερες γενιές ως ο ιερέας σύμβολο, παρά τις φοβερές δοκιμασίες που αντιμετώπισε στην πολυκύμαντη και πολύχρονη Διακονία του “εξαιτίας της μικροψυχίας και της στενομυαλιάς ορισμένων”, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο ίδιος.
Παπακώστας Γαλλιώτας
..................................................................
 Ήρθε όμως το πλήρωμα του χρόνου, για να τον δικαιώσει σε όλα! Ακόμα και σε κείνα που ο ίδιος τα θεώρησε ως λάθη του στην κριτική των πεπραγμένων του. “Ουκ εστίν άνθρωπος ός ζήσεται και ουχ αμαρτήσει” επαναλάμβανε συχνά στη ζωή του. Η πραγματικότητα η ίδια μας επιβεβαιώνει πλέον ότι και τα “λάθη” του για τη στήριξη του εκκλησιάσματός του τα έκαμε. Επομένως ιδιοτέλεια και υστεροβουλία δε μπορεί κανείς να του καταλογίσει!  
   Το έργο που άφησε πίσω του δεν είναι δυνατό να χωρέσει μέσα στις λιγοστές σελίδες ενός απλού βιογραφικού σημειώματος. Δεσμεύομαι όμως στη μνήμη του να κάμω τη ζωή του βιβλίο, εφόσον μπορέσω να βρω όσα στοιχεία χρειάζονται και ευελπιστώ ότι θα τα ανακαλύψω. Τον γνώρισα από πολύ κοντά λόγω της μακρόχρονης φιλίας μου με τα παιδιά του και ειδικότερα με το Βασίλη, ο οποίος τόσο πολύ με ενθάρρυνε και με βοήθησε σ’ αυτή μου την προσπάθεια, καθώς και με το συνομήλικό μου Γιώργο, ο οποίος με πολύ μεγάλη προθυμία μού εμπιστεύτηκε τα χειρόγραφα του πατέρα του και αρκετά φωτογραφικά ντοκουμέντα, που, αν μη τι άλλο, αποτελούν οικογενειακά κειμήλια, γι’ αυτό και τους ευχαριστώ ξεχωριστά.
........................................................................................
   Ο Κωνσταντίνος Γαλλιώτας και ως άνθρωπος και ως παπάς υπήρξε πρότυπο ευπρέπειας και ήθους. Σοβαρός, επιβλητικός, σεμνός, μετρημένος σε όλα του, άνθρωπος μεθοδικός με κινήσεις προγραμματισμένες και σίγουρες. Η παρουσία του απέπνεε σεβασμό και εμπιστοσύνη, έτσι όπως αρμόζει στο λειτούργημα της ιεροσύνης. Τον Παπακώστα δεν τον έκαμαν παπά τα ράσα του, αλλά ο ίδιος με την όλη στάση του έκαμε το ράσο του ιερό! Διακατέχονταν από βαθειά θρησκευτική πίστη, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ο προκατειλημμένος θρησκόληπτος ρασοφόρος, που υποκριτικά παρουσιάζει το επάγγελμά του ως λειτούργημα! Μυαλό πολύ ανοιχτό με ξεχωριστές προσλαμβάνουσες, που τον έκαναν να βλέπει πιο μακριά, να θέλει να προλαβαίνει τις καταστάσεις, προτού τον προλάβουν οι ίδιες. Η φιλοσοφία του ήταν η εκκλησία οφείλει να μπαίνει μέσα στην κοινωνία κι όχι να ψάχνει η κοινωνία την εκκλησία. Τολμηρή και πρωτοποριακή για την εποχή του μια τέτοια θεώρηση, αλλά και σ’ αυτό δικαιώθηκε με το χρόνο.
   Απλός και καταδεχτικός, κοινωνικότατος και αξιοπρεπής ήξερε πολύ καλά να πλησιάζει τους πάντες, απ’ τον απλοϊκό ανθρωπάκο μέχρι και το βλοσυρό γραφειοκράτη της εξουσίας, γι’ αυτό ακριβώς και κέρδισε το σεβασμό, την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και την αγάπη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως άνθρωπος, στο στενό του κύκλο, στους ανθρώπους, που ήταν ο ίδιος πεπεισμένος ότι τον αποδέχονται χωρίς φτιασίδια και μάσκες, εκδήλωνε ανεπιφύλαχτα την απλοϊκότητά του, το αρκετά έντονο χιούμορ του, τις αδυναμίες, τις συγκινήσεις και τα “θέλω” του. Και το λέω αυτό με πλήρη λόγου γνώση απ’ τις εμπειρίες που αποκόμισα με τη γνωριμία μου μαζί του. Τη συμβουλή του και τη βοήθειά του δεν την αρνήθηκε ποτέ σε άνθρωπο που είχε την ανάγκη του.
   Ήταν όμως και υπέρ το δέον ρεαλιστής. Λειτουργούσε μάλλον εγκεφαλικά παρά συναισθηματικά, προκειμένου να καταφέρει ό,τι του επέτρεπαν οι περιστάσεις. Ανυποχώρητος και πείσμονας στο δίκιο του αναγκάστηκε πολλές φορές να φτάσει σε προστριβές ή και να συγκρουστεί φανερά ακόμα και με φορείς εξουσίας ή με ανθρώπους, οι οποίοι από αλλαζονεία πίστευαν στη δύναμή τους και συμπεριφέρονταν ως αυτόκλητοι παράγοντες του τόπου. Και σ’ αυτές του τις ενέργειες γνώμονα πάντοτε είχε το συμφέρον του κόσμου, του λαού που τον πίστευε και τον θεωρούσε πνευματικό του. Κι ό,τι έκανε, το έκανε μέσα στα πλαίσια του εφικτού και μέσα στα όρια του λειτουργήματός του. Και σ’ αυτό βέβαια τον δικαίωσε ο χρόνος.
Ο Παπακώστας και πιο πίσω ο Παπαγιάννης Παπανικολάου σε μυστήριο του γάμου, Θωμάς Βαλάρης του Δημητρίου με την Χαρίκλεια Κελλάρη του Αθανασίου.
..........................................................................
    Ας δούμε όμως ξεχωριστά μία μία τις 3 πτυχές του έργου του. Και πρώτα το αγιαστικό. Γράφει ο ίδιος επί λέξει και το αντιγράφω πιστά: “Ως προς με το Αγιαστικό, την τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας, το μυστήριο του γάμου, της Βαπτίσεως του ευχελαίου και της εξομολογήσεως (μετανοίας) πιστεύω ότι όχι μόνο απέδωσα αλλά και απέσπασα από όλους σας την προσοχή, το σεβασμό και την εμπιστοσύνη”. Μέσα στις λίγες αυτές γραμμές συνοψίζει γλαφυρότατα ολόκληρη την αγιαστική του δραστηριότητα. Ως προς αυτό δεν μπορεί να τον ψέξει κανένας απολύτως, ακόμα κι απ’ όσους έδειξαν φανερά την έχθρα τους απέναντί του, γιατί δεν έδωσε σε κανέναν το παραμικρό δικαίωμα. Βάφτισε και πάντρεψε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, Αθανατιώτες και μη, έψαλε αναρίθμητες φορές τη νεκρώσιμη ακολουθία και ανέπεμψε σε άλλες τόσες την επιμνημόσυνη δέηση. Με λύπη του ζητούσε απ’ τον Κύριο ν’ αναπαύσει τις ψυχές ανθρώπων νέων, παιδιών και συγγενών του ακόμα. Το έκαμε ο ίδιος και για τη σύντροφο της ζωής του, την πρεσβυτέρα Ευρύκλεια, όταν απεβίωσε το 1981. Ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες οι λειτουργίες που τέλεσε, χιλιάδες ακόμα τα ευχέλαια και οι εξομολογήσεις. Κι ο κόσμος του τον εμπιστεύονταν τόσο πολύ, που πήγαιναν ακόμα και στο σπίτι του και τον συναντούσαν, προκειμένου άτυπα να του εξομολογηθούν προσωπικά τους προβλήματα, γιατί πίστευαν στην απόλυτη εχεμύθεια και μεγαλοπροθυμία του. Κάπου μας εκμυστηρεύτηκε ότι με τον τρόπο αυτό αποσόβησε αρκετά οικογενειακά δράματα. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν αποκάλυψε ονόματα! Στην τέλεση της θείας λειτουργίας η όλη παρουσία του, είτε ήταν μια απλή Κυριακή, είτε ήταν κάποια βαρειά γιορτή της Χριστιανοσύνης, “γέμιζε” τον ιερό ναό, έτσι που σ’ έκαμνε να νιώθεις πιο κοντά στο Θεό!
   Όσο και να μη θέλω να επεκταθώ, δε μπορώ όμως ν’ αποφύγω την αναφορά μου στην κατανυκτική ατμόσφαιρα και στο απερίγραπτο δέος, που μας προκαλούσε, παιδάκια ακόμα, η ακολουθία της Μ. Πέμπτης, όπου πλήθος αγόρια και κορίτσια έραιναν με άνθη τη σταύρωση του Κυρίου, καθώς ο σεβάσμιος αυτός ιερέας έψαλλε το “σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασιν την γην κρεμάσας”. Και κάθε που έβγαινε στην ωραία Πύλη και πάνω στο σχήμα του σταυρού αναφωνούσε το “υπέρ του καταξιωθήναι ημάς της ακροάσεως του αγίου Ευαγγελίου Κύριον τον Θεόν ημών ικετεύσωμεν”, νιώθαμε τέτοια θρησκευτική υποβολή, ώστε να πιστεύουμε πως τα πάθη του Χριστού σταγόνα σταγόνα στάλαζαν μέσα στο αίμα μας μετουσιώνοντας τον πόνο σε αγάπη και τη φθορά σε ελπίδα για την Ανάσταση και την Ανάταση του ανθρώπου! Να αισθανόμαστε νοερά πως ακολουθούμε βήμα προς βήμα τη ματωμένη πορεία του Ιησού προς το γολγοθά του, να περιβαλλόμαστε κι οι ίδιοι τον ακάνθινο στέφανο, να ποτίζουμε τα χείλη μ ας με το όξος! Ν’ ανεβαίνουμε μαζί του φορτωμένοι τις αμαρτίες μας τον κακοτράχαλο δρόμο προς την εξιλέωση!
   Περνώντας τώρα στο διδακτικό του έργο ας αφήσουμε τον ίδιο να μας τα πει, όπως τα βίωσε. “Ως προς το διδακτικό, είτε με το παράδειγμά μου ως κληρικού, είτε με τα κηρύγματά μου, προφορικά πολλές φορές και γραπτά, σας έδωσα απ’ όσα πρέπει να γνωρίζουμε για την πίστη μας και τα ιστορικά θεολογικά τα διδακτικά Ευαγγέλια με τα διάφορα εξιστορούμενα παραδείγματα και άλλα, ας μην τα θυμάστε τώρα, σε κάποια περίπτωση βγαίνουν απ’ το υποσυνείδητο στην επιφάνεια. Ήρθαν τα χρόνια τα κατοχής με την τότε επικρατούσα κατάσταση, της επαναστατικής εξεγέρσεως για την εκδίωξη του στρατού κατοχής. Καλή και άριστη η πρόθεσις, αλλά κάποιοι κακοί χειρισμοί και μέχρι το ’45 και μετά στον εμφύλιο πόλεμο, με (μου) άφησαν οδυνηρές αναμνήσεις, που δεν είναι της ώρας να εξιστορήσω. Όμως θυμούνται οι μεγάλοι που μάθαιναν, άκουγαν και έβλεπαν τα γεγονότα. Όλα αυτά περασμένα και συγχωρεμένα.
   Ύστερα, κατά το 1950 επήλθε ηρεμία, κατασίγασαν τα πάθη, η αγωνιστικότης από κάθε πλευρά και όλοι μαζί ήταν να κοιτάξουμε ο καθένας τον τρόπο της προόδου της ζωής. Τέτοια χρόνια, από κάθε πλευρά από όλους είναι να ευχόμαστε να μη ξανάρθουν. Ήταν τα χειρότερα του 20ου αιώνα. Τότε άρχισαν και πάλιν να λειτουργούν το κήρυγμα, η ερμηνεία του Ευαγγελίου και προπαντός του Κατηχητικού Σχολείου, που ο πρώτος κληρικός έλαβα εντολή απ’ την Ι. Μητρόπολη στην επαρχία μας, που ανελάμβανε αυτό το έργο, όταν ακόμη το 1949 ευρισκόμην εις Αγιάν. Οι σημερινές μητέρες, γυναίκες και άνδρες με παιδιά, τα τότε κορίτσια και αγόρια του δημοτικού και Κατηχητικού Σχολειου θα θυμούνται τα διδάγματα που βγάζαμε ως συμπέρασμα απ’ τη διδαχθείσα ιστορία και στο τέλος του χρόνου κάθε Μάιο μήνα την ωραία γιορτή για τη λήξη των μαθημάτων του Κατηχητικού.”
   Τα λέει όλα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, γι’ αυτό και παρέθεσα αυτολεξί το κείμενό του χωρίς να πειράξω τη σύνταξή του. Έβαλα σε τάξη μονάχα κάποιες σκόρπιες χαριτωμένες ανορθογραφίες του. Είχα την τύχη, παιδάκι του Δημοτικού ακόμα, να παρακολουθήσω αρκετά μαθήματά του και θυμάμαι πολύ καθαρά ότι δεν τέλειωνε το μάθημα, αν απ’ την αφήγησή του δε βγάζαμε το δίδαγμα κι αν δε μας έγραφε ο ίδιος το “ρητόν” στη γλώσσα του Ευαγγελίου! Θυμάμαι ακόμα με πόση χαρά κάναμε τη γιορτή με τη λήξη των μαθημάτων! Όπως με λύπη μου θυμάμαι, όταν ο ίδιος μας ανακοίνωσε ότι στο εξής δε θα ξανακάνουμε μαζί του μάθημα του κατηχητικού! Ήταν το σωτήριο έτος 1963. Πολύ αργότερα έμαθα και το λόγο για τον οποίο το σταμάτησε. Ορισμένοι δεν ήθελαν το μάθημα αυτό να γίνεται απ’ τον Παπακώστα! Ο ίδιος το αποσιωπά, αλλά κάποια στιγμή θ’ αποκαλύψω πολλά και γι’ αυτό το γεγονός, επειδή τόσο ο γιος του ο Γιώργος, όσο κι εγώ ο ίδιος λίγους μήνες πριν, δεκάχρονα παιδάκια ακόμα, βιώσαμε την πιο πικρή αντιπαιδαγωγική εμπειρία μας. Περασμένα και συγχωρεμένα έλεγε ο ιερέας, αλλά οι μελανές μνήμες δυστυχώς μένουν ανεξίτηλες! Βλέπεις το ένα παιδάκι είχε την ατυχία να είναι γιος του Παπακώστα, ενώ το άλλο έκαμε τη βλακεία να είναι φίλος του γιου του! Ελλάς το μεγαλείο σου! Ανέκαθεν και αεί! Πολύ ωραία έως και άριστα! Η συνέχεια ποια ήταν; Ο Παπακώστας σταμάτησε, το Κατηχητικό υπολειτουργούσε για λίγο καιρό με το στανιό, ώσπου σταμάτησε και αυτό. Είναι αόριστα βέβαια όλα αυτά, αλλά για την ώρα περιορίζομαι να πω μόνο τούτο: Ενοχλούσε φοβερά ο δυναμισμός, η αποφασιστικότητα και το ανοιχτό μυαλό του συγκεκριμένου παπά. Και επειδή αυτοί οι “κάποιοι” δε μπορούσαν να τον εμποδίσουν ούτε στα αγιαστικά ούτε στα ποιμαντικά του καθήκοντα, τον χτύπησαν εκεί, όπου είχαν τη δυνατότητα να το κάμουν, δηλ. στο διδακτικό!
   Το ποιμαντικό του έργο είναι από κάθε άποψη τεράστιο και ανεκτίμητο. Όσα και να πει κανείς, το βέβαιο είναι πως θα παραλείψει άλλα τόσα. Σου έδινε φορές την αίσθηση ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν γεννημένος για τη διοίκηση. Δεν είμαι σε θέση να κρίνω τη δράση του στον τομέα αυτό∙ θέλουμε δε θέλουμε το έργο του καθένα μας το κρίνει κάποια στιγμή η Ιστορία που γράφουμε στο πέρασμά μας. Είμαι όμως σε θέση να παραθέσω στοιχεία απ’ τη μακρά διαδρομή του στο ρόλο του εφημέριου του χωριού μας. Η Ιστορία του τον έχει ήδη κρίνει η ίδια. Συνεργάστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο με Κοινοτάρχες, υπηρεσίες διάφορες, παράγοντες του χωριού, ανθρώπους ακόμα που είχαν άποψη και λόγο στα κοινά. Συχνά είχε αντίθετη άποψη κι άλλες φορές εξέφραζε ανοιχτά τη διαφωνία του σε σημείο, που με αρκετούς απ’ αυτούς έφτασε και να συγκρουστεί. Το βέβαιο πάντως είναι ότι δεν υποκινούνταν ούτε από ταπεινά κίνητρα, ούτε από προσωπικές του φιλοδοξίες, κι ό,τι έκαμνε, το έκαμνε για το ποίμνιό του, το οποίο ήταν και το μεγάλο του στήριγμα και το πιο βαρύ του όπλο. Στην υλοποίηση των αποφάσεών του ήθελε πάντα να κινείται με τη σύμφωνη γνώμη του εκκλησιαστικού συμβουλίου και προχωρούσε με βήματα σταθερά και σίγουρα σε κάθε του ενέργεια. Είχε πολλά οράματα για το χωριό του, που τόσο αγάπησε, όπως τον αγάπησε και το ίδιο. Οι απλοϊκοί γεωργοί, οι κτηνοτρόφοι, οι εργάτες, οι τεχνίτες. Η υλοποίηση όμως των οραμάτων του δεν εξαρτιόταν μονάχα από τον ίδιο. Ωστόσο, εκεί που χρειάστηκε να δείξει την πυγμή του και να χτυπήσει τη γροθιά του στο μαχαίρι, το έκαμε και αυτό!
   Στα πρώτα του ιερατικά βήματα μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, μια και το χωριό είχε σχεδόν καταστραφεί απ’ τους Γερμανούς, διατύπωσε την πρόταση να το εγκαταλείψουν και να το μεταφέρουν στην παραλία της Βελίκας. Η πρότασή του σκόνταψε στην άρνηση των τότε ιθυνόντων, όπως σκόνταψε στην άρνηση των ίδιων η ίδια πρόταση, που είχε διατυπωθεί το 1947 απ’ τον τότε λοχαγό του εθνικού στρατού Πυλαρινό! Σχόλιον ουδέν. Μετά το 1950 “όταν επήλθε ηρεμία” το έκαμε σκοπό της ζωής του να πραγματώσει τα δύο μεγαλόπνοα και σημαντικότητα σχέδια και όνειρά του ως εφημέριος του χωριού. Το πρώτο ήταν η ανέγερση του νέου ιερού ναού της Αγίας Παρασκευής στη θέση του υπάρχοντος παλιού και ετοιμόρροπου, και το δεύτερο ήταν η άρση του επιτιμίου (λύση του αφορισμού), που βάραινε το χωριό μας απ’ το 1864! Κι όλα αυτά χωρίς να παραμελεί ούτε στο ελάχιστο τα υπόλοιπα ζητήματα του ποιμαντικού του έργου και πάντα μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας του εκκλησιαστικού συμβουλίου με τους παράγοντες του τόπου.
   Θα ήθελα όμως για τα σχετικά με την Αγία Παρασκευή να δώσω και πάλι το λόγο στον ίδιο. Λέει: “Το πρώτο και καίριο μέλημά μου ήταν να έχω σύμφωνο γνώμη με όλα τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και πήραμε την απόφαση με κάθε τρόπο ν’ αποκτήσουμε καινούργιο και μεγάλο Ενοριακό Ιερό Ναό. Βολιδοσκόπησα τους ανθρώπους που ήταν δυνατόν να επηρεάσουν την κατάσταση, δεν βρήκα κατανόηση, αφού είδα ότι ουδέν ωφελούσε η σκέψη του εκκλησιαστικού Συμβουλίου να κατεδαφίσουμε τον παλαιό και να κτίσουμε νέο και μεγάλο, αναγκάστηκα να καταφύγω στη βοήθεια του Μητροπολίτου, ο οποίος ήξερε σε τι κατάσταση ήταν ο Ιερός Ναός, ο παλαιός της Αγίας Παρασκευής και σε ερώτηση τι μπορούμε να κάνουμε, του είπα ν’ αναφέρει το θέμα στο Πολεοδομικό γραφείο της Λαρίσης, ότι ο Ιερός Ναός είναι επικίνδυνος, και να έλθουν να τον κλείσουν προς προφύλαξιν από δυστύχημα καταρρεύσεως από σεισμό. Ούτω και εγένετο. Το 1952 ήλθε η υπηρεσία αυτή και μας έβαλε λουκέτο στη θύρα απαγορεύοντας κάθε εκδήλωση μέσα στον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής.
   Μεταφερθήκαμε στην “Παναγία” και εκείνη η ενέργεια ήταν να το πάρουμε πλέον απόφαση οι πάντες ότι πρέπει να φτιάσουμε καινούργια και μεγάλη εκκλησία. Καταθέσαμε τα πρώτα χρήματά μας ως πρώτην δόσιν εις την συσταθείσαν τότε γι’ αυτό το σκοπό επιτροπή (ερανική), χαλάσαμε το 1953 τον παλαιό Ιερό Ναό και το 1955, Κυριακή στις 29 Ιουλίου, δεν γιορτάζονταν δυστυχώς η ημέρα της 26 Ιουλίου, ως θα έπρεπε, με τη σημερινή της μορφή, που έλαβε σάρκα και οστά μετά τα εγκαίνια αυτού του Ιερού Ναού στις 16-11-69, ήτοι την πρώτη εορτή το 1970, 26 Ιουλίου, στις 29 Ιουλίου του 1955 διαβάσαμε τον Αγιασμό των θεμελίων…”.

".... στις 29 Ιουλίου του 1955 διαβάσαμε τον Αγιασμό των θεμελίων…”. Η παλαιά εκκλησία

.............................................................................................................................................


".... στις 29 Ιουλίου του 1955 διαβάσαμε τον Αγιασμό των θεμελίων…”.
Στη φωτογραφία: Παπακώστας Γαλλιώτας, οι ψάλτες Μπουζούκης Δημήτριος και Γιάννης Ζήσης, Ο πρόεδρος της Κοινότητας Γιάννης ή Γιαννούλης Κορδίλας, ο Σύμβουλος Τάκος Ευάγγελος, ο Παπαγιάννης πριν γίνει παππάς και θα συμπληρωθεί ...... 

Τη φωτογραφία όπως την βλέπει ο Γιάννης Γάλλος του Στεφ.
............................................................................................
   Στη συνέχεια αναφέρεται σε πολλές λεπτομέρειες σχετικά με Μηχανικούς, Εργολάβους, δημοπρασίες, προσφορές, αγορά υλικών και τα παρόμοια, αλλά δεν παραλείπει να παινέψει το ζήλο και την προθυμία των κατοίκων, οι οποίοι με τις συνεισφορές τους και την προσωπική τους εργασία συνέβαλαν σημαντικότατα στην ανέγερση της Αγίας Παρασκευής. Γράφει για το πώς πετούσαν τις πέτρες του κατεδαφισμένου ναού. “Η όρεξη και η διάθεση για ν’ αποκτήσουμε νέο Ιερό Ναό φανερώθηκε όχι μόνο με τη χρηματική προσφορά, αλλά και με τα χέρια μας … όταν αρματιαστήκαμε με επί κεφαλής τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας απ’ το ρέμα κάτω στη βρύση μέχρι την Αγία Παρασκευή και μεταφέραμε την πέτρα με πάσα στα χέρια. Ήταν κάτι το ανεπανάληπτο και απόδειξη τρανή για τη θέληση και το ζήλο ν’ αποκτήσουμε αυτό τον Ιερό Ναό…”.
   Πραγματικά το χωριό εργάστηκε με ζήλο και επιμονή, πραγματικά οι διαδοχικοί κοινοτάρχες έδωσαν ό,τι μπορούσαν, αλλά ψυχή και συντονιστής στην όλη προσπάθεια ήταν αδιαφιλονίκητα ο Παπακώστας, ο οποίος περίμενε 16 χρόνια “στριμωγμένος”, όπως λέει, στην εκκλησία της Παναγίας, ώσπου να βγει πανηγυρικά στην ωραία πύλη του έργου της ζωής του! Παραμονές του Πάσχα του 1969 με πυρετώδεις εργασίες πέτυχε, ώστε ο ναός, έστω και πρόχειρος ακόμα και ημιτελής, να μπορεί να στεγάσει το εκκλησίασμα. Και τη Μ. Παρασκευή, αφού ξεκίνησε την περιφορά του επιταφίου απ’ την Παναγία, στο τέλος τον εναπόθεσε με φανερή συγκίνηση στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Παρασκευής! Ακολούθησε η λειτουργία της Αναστάσεως, ξανά στην Αγία Παρασκευή και στη συνέχεια με κοπιώδεις εργασίες προχώρησε στην επίσπευση της τελειοποίησης, προκειμένου να τελέσει τα εγκαίνια του νέου ιερού ναού.
   Κι έφτασε η 16-11-1969, οπότε ο Παπακώστας τέλεσε, επιτέλους την τελετή των τελετών! Με την παρουσία του τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Ηλία και τη συμμετοχή των ιερέων: Παπανικόλαος από Αγιά, Παπαγιάννης από Σωτηρίτσα, Παπαμιχάλης από Μεταξοχώρι, Παπαντώνης από Σκήτη, τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού και μαζί η άρση του επιτιμίου! Περιττό να πως ότι η όλη ατμόσφαιρα της λειτουργίας σκόρπιζε παντού το δέος και την κατάνυξη! Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι τόσο κόσμο σε εκδήλωση του χωριού μας, θρησκευτική ή άλλη, δεν είχα δει ποτέ μου. Οι “Θανατιώτες” όπου και να ζούσαν, όπου και να εργάζονταν έτρεξαν εκείνη τη μέρα, έτρεξαν σύσσωμοι στην Αγία Παρασκευή!

Στη φωτογραφία βρίσκεται και ο φίλος του  Παπακώστα, Παπανικόλαος Σοφολόγης, τον οποίο δεν αναφέρει.

Το πίσω μέρος της φωτογραφίας.
............................................................
   Και λίγα λόγια για την Ιστορία σχετικά με τον αφορισμό. Γράφει ο Γ. Κορδάτος στο Βιβλίο “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ”:
   “Οι Δεσποτάδες Δημητριάδος που φορολογούσαν με πολλά δοσίματα όλα τα χωριά του Πηλίου και της Αγιάς, δεν τα κατάφεραν να εισπράττουν όσα γύρευαν από τους Θανατιώτες. Το 1864 μάλιστα ο άγιος δέσποτας έβγαλε και αφορισμό και καταριόταν όλο το χωριό, γιατί δεν έστελνε τα δοσίματα. Μα οι Θανατιώτες μέσα στην εκκλησία την ώρα που ο παπάς διάβαζε τον αφορισμό, τον πήραν απ’ τα χέρια του κι έκαναν το παλιόχαρτο χίλια κομμάτια”! Η πληροφορία αυτή διασταυρώνεται από τον Μιλτ. Δάλλα στο Βιβλίο: “Η ΑΓΥΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ”, όπου διαβάζουμε: “Κάτοικοι Αθανάτης σχίζουσιν επιτίμιον Αρχιερέως πείσμονος, 1864”!
   Σύμφωνα με την παράδοση του χωριοιύ μας οι τότε “προύχοντες” απ’ τη μεγάλη οικογένεια των Κανδηλάρηδων ξεσήκωσαν τους κατοίκους να μην καταβάλλουν τα δοσίματα, δηλαδή τους φόρους, στη Μητρόπολη Δημητριάδος. Ο πείσμονας όμως Μητροπολίτης Δωρόθεος βάλθηκε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση και να εξαναγκάσει τους “Θανατιώτες” να πληρώνουν τους φόρους. Ωστόσο όλες του οι ενέργειες έπεσαν στο κενό, οπότε στα 1864 κατέφυγε στον αφορισμό ολόκληρου του χωριού! Την ώρα που ο εφημέριος της Αθανάτης Παπαλέξιος Παπαλέξης πήρε να διαβάσει μέσα στο ναό τον αφορισμό του Δεσπότη, όρμησαν έξαλλοι οι κάτοικοι και του τον πήραν απ’ τα χέρια, ώστε να τον κάνουν κομμάτια!
ΑΛΕΞΙΟΣ ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ - ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ιστορικό πρόσωπο, μπατζιανάκια με τον Αλέξη Μπουζούκη που ήταν  πατέρας του Παπαγιώργη Μπουζούκη.
..................................................................
 Και, σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό, συνέχισαν τη ζωή τους και τις εργασίες τους, τελούσαν κανονικά στο εξής τα μυστήρια της εκκλησίας, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν δέχονταν να πληρώσουν τους φόρους και να ζητήσουν συγχώρεση για την άρση του αφορισμού! Και φτάσαμε έτσι ως το 1969, πράγμα που σημαίνει ότι, όσοι γεννήθηκαν και έζησαν σ’ αυτό το μεσοδιάστημα, ήταν αφορισμένοι απ’ την εκκλησία! Τότε ο Παπακώστας σε συνεργασία με τον, αείμνηστο πλέον, Κοινοτάρχη Ιωάννη Καλαγιά, ζήτησε απ’ το Μητροπολίτη Ηλία να άρει το επιτίμιον, πράγμα βέβαια που έγινε, οπότε πραγμάτωσε και το δεύτερο όνειρό του! Πού να το φανταζόταν όμως εκείνες τις στιγμές, στην κορύφωση της δόξας του, ότι σε λίγο ξεκινούσε η δεκαετία του ’70 μέσα στην οποία τόσο πολύ έμελε να δοκιμαστεί!
   Για την τεράστια προσφορά του στο χωριό ας μην επεκταθώ περισσότερο. Λίγο πολύ το έργο του μιλάει από μόνο του. Η αγάπη του “Θανατιώτικου” λαού και η εκτίμηση στον ιερέα του είναι δεδομένη, όπως δεδομένη είναι πλέον και η καθολική του αναγνώριση, τώρα που ο κουρνιαχτός διαλύθηκε, οπότε ο καθένας μπορεί να δει το τι άφησε πίσω του ο Παπακώστας Γαλλιώτας. Θέλω μονάχα να σημειώσω δύο τρία πράγματα για την “αμοιβή” που εισέπραξε από ορισμένους, λίγους βέβαια, όσο ακόμα βρισκόταν στη ζωή. Κατηγορήθηκε για παρακράτηση χρημάτων της εκκλησίας! Η πραγματικότητα όμως κατηγόρησε τους κατηγόρους του και πανηγυρικά αθώωσε τον ίδιο! Συγκέντρωσαν ορισμένοι υπογραφές εναντίον του και για λίγο πέτυχαν να τον στείλουν σ’ άλλο χωριό, όπου βέβαια και λειτούργησε. Γρήγορα όμως αντιλήφτηκαν και οι ίδιοι ότι και οι προπηλακισμοί έχουν τα όριά τους! Γρήγορα κατάλαβαν ότι η εκκλησία της Αθανάτης χωρίς τον Παπακώστα θα ήταν βουβή! Και σαν να μην του έφταναν τα προβλήματα απ’ την ήδη κλονισμένη υγεία του, τον κατήγγειλαν ακόμα άλλοι, άκουσον άκουσον, για καπηλεία ιερών εικόνων και σκευών! Κι έφτασαν μάλιστα στην κατάπτυστη ενέργεια να στείλουν εισαγγελείς και αστυνομίες στο σπίτι του για έρευνα! Η αλήθεια όμως και πάλι έλαμψε. Οι κατηγορίες σε βάρος του αποδείχτηκαν για μια ακόμα φορά γράμμα κενό. Το τι επιδίωκαν να πετύχουν αυτοί οι άνθρωποι με τη συκοφάντηση του παπά, μονάχα οι ίδιοι το γνωρίζουν. Ο Παπακώστας τα προσπέρασε όλα και συνέχισε το έργο του καθαρός και ακάθεκτος, γιατί πίστευε βαθειά μέσα του ότι δύναμή του είναι η αποδοχή του απ’ τον κόσμο του! Κι όλες αυτές του τις δοκιμασίες τις καταγράφει ο ίδιος αφήνοντας μαζί να βγει και η πικρία του.
   Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 αποφάσισε και ενήργησε να κτιστεί ένας μικρός ναΐσκος στην Παλιουριά προς τιμή της Αγίας Μαρίνας. Μάλιστα ξεκίνησε τη θεμελίωση με δικά του έξοδα αλλά παραδέχτηκε πως ήταν λάθος του ότι ενήργησε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Επήλθε διένεξη ανάμεσα στην τότε κοινοτική αρχή και τον ίδιο, καθώς το κοινοτικό συμβούλιο δε συμφωνούσε να κτιστεί ναός σε σημείο, όπου οι λουόμενοι κυκλοφορούν σχεδόν γυμνοί, και πρότεινε να ανεγερθεί ο ναός πιο πίσω, απ’ όπου δεν θα έχει θέα προς την ακτή. Ο Παπακώστας αντιπρότεινε πως “πάει ο καιρός που ο κόσμος έψαχνε τις κρυμμένες εκκλησίες απ’ το φόβο∙ τώρα ήρθε η ώρα να πηγαίνει η εκκλησία στην κοινωνία”. Τελικά με τις διενέξεις αυτές το έργο σταμάτησε, οπότε ο Παπακώστας δεν πρόλαβε να δει την Αγία Μαρίνα με τα βιολογικά του μάτια. Την οραματίστηκε όμως και την έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του, γιατί ήταν απ’ τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι με το θάνατο δε χάνεται και η ζωή! Και μ’ αυτή του τη φιλοσοφία υπέμεινε στωϊκά και καρτερικά οποιαδήποτε αντίξοη συνθήκη παρουσιαζόταν στο δρόμο του.
   Η Αγία Μαρίνα είναι σήμερα ο ναός της Παλιουριάς. Μπορεί να μην υψώνεται στο σημείο που ήθελε ο Παπακώστας, αλλά η σύλληψη της ιδέας και η ονομασία του ναού ήταν δική του έμπνευση. Αποπερατώθηκε και εξοπλίστηκε με τη συνδρομή και τη βοήθεια των κατοίκων της Παλιουριάς, όταν πρόεδρος του εξωραϊστικού συλλόγου της περιοχής αυτής ήταν ο Βασίλης Γαλλιώτας, γιος του Παπακώστα!
Η Αγία Μαρίνα

Βασίλης Γαλλιώτας και δεξιά ο Γιώργος Γαλλιώτας του Βασιλείου


Το ρέμα της Παλιουργιάς περνάει δίπλα από την εκκλησία.
...............................................................................................................................................
    Σαν μπήκε η δεκαετία του ’80 και επιβαρύνονταν όλο και πιο πολύ η υγεία του, όλο και περισσότερο άφηνε έδαφος στον συνεφημέριό του από το 1974, τον Παπαγιάννη Παπανικολάου, ώσπου το 1982 του παρέδωσε οριστικά τη σκυτάλη, εφόσον ο ίδιος ήταν πια ανήμπορος για την τέλεση των καθηκόντων του! Ετοίμαζε μάλιστα και τον αποχαιρετιστήριο λόγο του προς το εκκλησίασμα, αλλά δεν μπόρεσε τελικά να τον εκφωνήσει. Για καλή μου τύχη τα χειρόγραφα αυτά βρίσκονται στα χέρια μου. Κοιμήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1983, ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος το 1955 τοποθέτησε το θεμέλιο λίθο για την ανέγερση του ιερού ναού της Αγίας Παρασκευής. Επιθυμία του ήταν να ταφεί στην Αγία Παρασκευή, δίπλα ακριβώς απ’ το σημείο που βρίσκεται ο θεμέλιος αυτός λίθος του! Και πραγματικά εκεί τοποθετήθηκε η σορός του, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων μελών του εκκλησιαστικού συμβουλίου, χάρη στην παρέμβαση του τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος, μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ο οποίος και χοροστάτησε στη νεκρώσιμη ακολουθία.
Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος την εποχή του 80.
............................................................................................
   Δε θα ήταν έξω απ’ την πραγματικότητα, αν λέγαμε ότι ο Παπακώστας συμβολικά επέλεξε το σημείο της αναπαύσεώς του δίπλα στο θεμέλιο λίθο της εκκλησίας του! Ίσως έβλεπε τον εαυτό του θεμέλιο λίθο του περικαλλούς αυτού ναού, στη θήκη της Αγίας Τράπεζας του οποίου, κατά την εγκαινίασή του, ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος, μακαριστός Ηλίας μετέφερε και επανέθεσε μαζί με πλήθος χαρτιών, τα οποία ανέγραφαν ονόματα κατοίκων του χωριού, ιερά λείψανα του Αγίου μάρτυρος Τρύφωνος.
   Αυτός ήταν ο Οικονόμος Παπακώστας Γαλλιώτης. Ο ιερέας σύμβολο, που με το παράδειγμά του επί σαράντα συνεχή χρόνια ενσάρκωνε την πραγματική διάσταση του κληρικού διδάσκοντας στην πράξη ότι η αλήθεια δεν κρύβεται όσο και να προσπαθήσεις να τη θάψεις. Ο άνθρωπος που κέρδισε την αγάπη του λαού του και προκάλεσε την “μήνιν” των ολίγων αποδείχνοντας έτσι ότι στη ζωή δε γίνεται κάποιος να είναι αρεστός σε όλους. Κι αν για λίγο κάποιος καταφέρει να το πετύχει, αυτό σημαίνει ότι είτε τους άλλους εξαπατά, είτε τις αρχές του προδίδει. Κι ο Παπακώστας ούτε τους άλλους εξαπάτησε ούτε και τις αρχές του πρόδωσε! Ας είναι το σύμβολό του ζωντανό και φωτεινό σε όλους.
Μια σημείωση
   Οφείλω να ομολογήσω ότι όσο απλή και εύκολη φάνταζε τούτη η βιογράφηση, προτού την ξεκινήσω, άλλο τόσο ακανθώδης και περίπλοκη αποδείχτηκε στη συνέχεια. Πίστευα στην αρχή ότι μέσα στα χειρόγραφα του ιερέα θα έβρισκα όλα όσα χρειάζονται. Βασιζόμουν επίσης στα σημειώματα πάνω στις φωτογραφίες, στις μαρτυρίες κατοίκων του χωριού, στο αρχείο της Αγίας Παρασκευής, στη μνήμη μου ακόμα. Όσο κι αν το προσπάθησα, τα “απομνημονεύματα” του Παπακώστα παρουσιάζουν αρκετά χρονικά κενά ή – άγνωστο γιατί – αποσιωπούν σημαντικά γεγονότα, οι φωτογραφίες μονάχα ημερομηνίες αναφέρουν εκτός από μία, αλλά κι αυτή αναφέρεται μονάχα στα εγκαίνια του ναού κι όχι στην άρση του επιτιμίου, οι μαρτυρίες κατοίκων λειψές και αντικρουόμενες, ενώ η μνήμη μου συγκρατεί το τελετουργικό, με λεπτομέρειες μάλιστα, αλλά μπερδευόταν αφάνταστα όσον αφορά στο έτος της λύσης του αφορισμού.
    Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ζήτησα τη βοήθεια του πατέρα Νεκτάριου και του πατέρα Αιμιλιανού. Οι προθέσεις τους αγαθές, αλλά η χρονολογία άρσης του επιτιμίου άφαντη!
    Όμως απ’ όσο ξέρω και θυμάμαι ο Παπακώστας κρατούσε δυνατό αρχείο στην Αγία Παρασκευή. Η τακτική του τον ήθελε να καταγράφει τα γεγονότα της Διακονίας του και ειδικά τα σημαντικότερα. Άρα είναι αδύνατο να του είχε διαφύγει απ’ τη σημείωση ένα τόσο σοβαρό και σημαντικό συμβάν. Σημασία όμως έχει ότι δε μπόρεσα να το δω γραμμένο κάπου. Ευτύχημα όμως ήταν που συνάντησα τον πατέρα Δημήτρη Σοφολόγη, εφημέριο του Αγίου Γεωργίου Αγιάς, ο οποίος, παρουσία του παληού συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο Γιάννη Μανίκα, μου διαβεβαίωσε παίρνοντας πάνω του την ευθύνη των λόγων του ότι η άρση του επιτιμίου της Αθανάτης τελέστηκε μαζί με τα εγκαίνια της Αγίας Παρασκευής, ότι ο ίδιος, λαϊκός τότε, ήταν παρών στην τελετή, καθώς ακολουθούσε τον πατέρα του, τον Παπανικόλαο, ο οποίος και συλλειτούργησε στα εγκαίνια του ναού. Έτσι ο Παπαδημήτρης έδεσε τα γεγονότα στη μνήμη μου και γι’ αυτό τον ευχαριστώ θερμά.
   Ιδιαίτερη όμως μνεία πρέπει να κάνω και για το Γιάννη Μανίκα, τον οποίο συνάντησα εντελώς τυχαία και απροσδόκητα πάνω στο ψάξιμο. Προσφέρθηκε με πολλή προθυμία να με βοηθήσει και με βοήθησε τα μέγιστα. Ένα ευχαριστώ και γι’ αυτόν για την τόσο πολύτιμη συνδρομή του. Φρόντισε και βρήκε το ιστορικό του αφορισμού και μου το παρέδωσε για την παραπέρα αξιοποίησή του. Ίσως, αν δε συναντούσα αυτούς τους δύο απροσδόκητους συνεργάτες, ακόμα να ψαχνόμουν για ένα γεγονός, το οποίο βρίσκεται τόσο κοντά μου κι όμως …

Μανίκας Ιωάννης
...........................................................................................................................
   Αλλά δεν πρέπει να παραλείψω και τις θερμότατες ευχαριστίες μου στα παιδιά του Παπακώστα, που ενθάρρυναν την προσπάθειά μου. Το τηλέφωνο του Βασίλη είχα κυριολεκτικά ανάψει σε καθημερινή βάση, προκειμένου να ρωτά δεξιά και αριστερά και να μ’ ενημερώνει για το καθετί. Ο Γιώργος μού εμπιστεύτηκε εν λευκώ τα “απομνημονεύματα” του πατέρα του καθώς και το φωτογραφικό υλικό που είχε φυλαγμένο. Ο Σταύρος και η Χαρίκλεια μου είπαν να προχωρήσω όπως μπορώ, και εικάζω ότι και ο πρωτότοκος γιος του Παπακώστα, ο Γιάννης, που ζει στην Αυστραλία, αν ήταν εδώ θα με βοηθούσε τα μέγιστα. Προχώρησα λοιπόν και έκαμα αυτό που έκαμα. Αν κάπου διαπιστώσει κάποιος λάθος ή παραλείψεις, παρακαλώ πολύ να το επισημάνει καλοπροαίρετα.
   Θέλω να πω ακόμα ότι με τον Παπακώστα εγκαινιάζουμε μια σειρά βιογραφήσεων των προσωπικοτήτων εκείνων, που με το έργο τους συνέβαλαν στη συνέχιση της Αθανάτης μέσα στο χρόνο. Έπεται λοιπόν συνέχεια.