Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

ΠΑΡΑΓΙΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ-ΑΠΟ ΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΑΝΤΩΝΗ ΓΙΑΓΚΟ

Παραγιοί μαθητές


   Πριν το 1940, φωτογραφία από το βιβλίο Θεσσαλικά Χρονικά. Αυτή είναι η "Τρανή Βρύση", εκεί που σήμερα παίρνουν στροφή τα λεωφορεία. Το μεγάλο σπίτι, πίσω απ' τη φωτογραφία, είναι Γκαλιακέϊκο. Το άσπρου χρώματος είναι από τον Παναγιώτη Σκάθαρο, που αυτός και η γυναίκα του είχαν φιλικές σχέσεις με τον ληστή "Τζιατζιά" και πήραν γαμπρό τον Βασίλη Γάλλο, παιδί του Δανιήλ, που του έδωσαν πολλά χρήματα.. και ..και.. αργότερα τα άλλα...

To σπίτι, της παλιάς φωτογραφίας, του Παναγιώτη Σκάθαρου, που είναι βαμένο με ασβέστη, φωτογραφία 26-12-2010

Παραγιοί μαθητές
Στη δεκαετία του ᾽50, που πήγαινα σχολείο, οι μαθητές έπρεπε, εκτός από τη μελέτη, που θα τους εξασφάλιζε την καλή επίδοσή τους στα μαθήματά τους, να κάνουν κι άλλες δουλειές που θα τους εξασφάλιζαν την ΅εξωθεν καλή μαρτυρία¨, πως είναι καλά και υπάκουα παιδιά, ... προκομμένα, που σέβονται τους μεγαλυτέρους και τηρούν τις παραδόσεις. Οι δουλειές αυτές ήταν κάτι σαν τις αγγαρείες στο στρατό. Θα τολμούσα, μάλιστα, να πω πως το σχολείο ήταν στρατός σε μικρογραφία ή απομίμηση. Ο κάθε δάσκαλος μπορούσε, ήταν πολύ φυσικό, να σε απασχολεί σε οποιαδήποτε δουλειά εκτός αίθουσας. Ο δάσκαλος φώναζε δυο τρία ονόματα ή απλώς έδειχνε με το δάχτυλο κάποιους κάπως έτσι:

- Εσύ, εσύ, …ο διπλανός κι ο …Κώστας (ας πούμε), να πάτε να κόψετε ξύλα. Δεν έλεγε ούτε ¨σας παρακαλώ¨ ούτε ¨αν θέλετε και μπορείτε¨. Απλώς διέταζε! Να γιατί είπα πως το σχολειό ήταν κάτι σαν στρατός! Για μας τότε αυτή η συμπεριφορά των δασκάλων ήταν απόλυτα σωστή κι εναρμονισμένη στα ειωθότα της εποχής. Το λέω, όμως, διότι πρόσφατα άκουσα πως γονέας διαμαρτυρήθηκε, επειδή η δασκάλα ζήτησε από μαθητή, να μαζέψει το σακκουλάκι -από τα γαριδάκια που έφαγε ο ίδιος ο μαθητής- από το δάπεδο της αυλής, όπου ό ίδιος το πέταξε.
   Για να είμαι ειλικρινής ούτε κι αυτή η αμέτοχη κι ανεύθυνη στάση του μαθητή μου αρέσει. Αλλά, με αυτό ας ασχοληθούν οι δάσκαλοι, κοινωνιωλόγοι και γονείς του μέλλοντος. Εγώ, περισσότερο, θέλω να αναφερθώ, για ιστορικούς λόγους, στο τι γινόταν στα δικά μας μαθητικά χρόνια, δηλαδή τη χρονική περίοδο 1953 -1959.
   Πρώτ᾽ απ᾽ όλα, υπήρχαν δουλειές σχετικές με το σχολείο.
  Κάθε πρωί έπρεπε κάποιος να χτυπά την καμπάνα για την προσέλευση των μαθητών. Το ίδιο και το απόγευμα, γιατί τότε είχαμε μάθημα και το απόγευμα. Για το λόγο αυτό, από την αρχή της χρονιάς ή κάθε βδομάδα, ο δάσκαλος της έκτης όριζε μαθητές που θα χτυπούσαν την καμπάνα. Δυο μαθητές, τουλάχιστον, κάθε μέρα έπρεπε να χτυπούν ο ένας την καμπάνα στο καμπαναριό στον Αι-Νικόλα (Αγινκόλα) κι ο άλλος την καμπάνα που ήταν κρεμασμένη σε ένα δέντρο (μουριά αν δεν κάνω λάθος, …ίσως και ακακία) που βρισκόταν δεξιά στην είσοδο του προαυλίου της Αγίας Παρασκευής, γέρνοντας προς το δρόμο που περνάει μπροστά από το σπίτι του Αναγνωστούλη. Αυτοί οι μαθητές έπρεπε να ξυπνήσουν από τα χαράματα και να πάνε να περιμένουν, μέσα στο κρύο ή στη ζέστη, κοντά σε κάποιο μαγαζί που είχε ρολόι, για να παρακολουθούν την ώρα κι όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή να χτυπήσουν την καμπάνα.
  Εμείς στην Αλευριά και στους κάτω μαχαλάδες είχαμε το ρολόι που ηταν στο μπακάλικο του Βασίλη του Γάλλου. Βρισκόταν σε ένα ράφι ακριβώς απέναντι από το παράθυρο και μπορούσαμε να βλέπουμε καθαρά την ώρα, αρκεί να κολλούσαμε το πρόσωπό μας στο τζάμι και να βάζαμε δεξιά κι αριστερά τις παλάμες μας κάνοντας σκιά για να μην ….καθρεφτίζει (το τζάμι)!

Το σπίτι του Βάσίλη Γάλου, κατασκευής , περίπου το 1850.


  
Στην επάνω γειτονιά, στον Αγινκόλα, δεν ξέρω πού κοίταζαν για την ώρα. Πιθανόν στο μπακάλικο του Μουσίκου (Μπουζούκη) ή στης κυρα-Μαρίας της Μποϊλούς! Στα σπίτια μας δεν είχαμε ρολόγια. Αυτό ήταν πολυτέλεια. Ούτε κι όλα τα μαγαζιά είχαν. Στου Κορδίλα, ας πούμε, δεν θυμάμαι να είχε, διότι αν είχε, μια κι ήταν πιο κοντινό στην καμπάνα, θα έπρεπε να κοιτάζουμε εκεί. Εκεί στο πεζούλι του Γάλλου περίμενα πολλά μισάωρα, με παγωνιές και καύσωνες, για να χτυπήσω την καμπάνα.
  Κάθε πρωί, επίσης, κατά τη διάρκεια των μηνών του χειμώνα, κάποιος ή κάποιοι έπρεπε να ανάβουν τη σόμπα πολύ πριν έρθουν οι δάσκαλοι κι οι μαθητές. Και αυτοί οι μαθητές ορίζονταν, μόλις έμπαινε ο χειμώνας, από το δάσκαλο και με τη σειρά δυο-δυο ή τρεις-τρεις ξυπνούσαν από τα χαράματα για να προλάβουν να ανάψουν τη σόμπα. Το άναμα της σόμπας δεν ήταν εύκολη δουλειά. Τότε δεν χρησιμποιούσαμε πετρέλαιο ούτε δαί ή άλλο προσάμα εύφλεκτο. Χαρτιά και πελεκούδια μόνο και πάλι δεν τα είχαμε πάντα. Μερικές φορές χρησιμοποιούσαμε και ρείκια ξερά αν είχαμε. Τα μάτια μας έτρεχαν ποτάμι από τον καπνό μέχρι να ανάψει και να αρχίσει να ¨τραβάει¨ ενώ το κεφάλι μας γινόταν ¨καζάνι¨ από το φύσημα.
   Άλλες δουλειές για το σχολείο ήταν το καθάρισμα των αποχωρητηρίων, το καθάρισμα των περιξ του σχολείου χώρων, το κουβάλημα κλάδων κουμαριάς και δάφνης (βάια) για την κατασκευή στεφανιών και τη διακόσμηση του σχολείου και του κοινοτικού καταστήματος με την κατασκευή αψίδων. Αυτές γίνονταν για δυο φορές το χρόνο, τουλάχιστον!  Το καθάρισμα των αφοδευτηρίων ήταν σκληρή και βρομερή δουλειά. Κουβαλούσαμε με τους κουβάδες νερό από την "Τρανή Βρύση" που ήταν στα σύνορα της Αλευριάς. Όλοι οι μαθητές των μεγάλων τάξεων από ένα κουβά. Πάνω από εκατό κουβάδες! Για τα υπόλοιπα που αφορούν τον καθαρισμό, δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες. Παρόλο που δεν ήμασταν ασυνήθιστοι στο να βλέπουμε ακαθαρσίες (υπήρχαν παντού ακαθαρσίες: Στους δρόμους, στις πλατείες, στους μπαχτσέδες, στις αστρέχες των σπιτών και του σχολείου. Τα αφοδευτήρια δεν είχαν βόθρους και τα λύματα έτρεχαν σαν ¨διακοσμητικά¨ ρυάκια προς το κοντινό ρέμα.) …πολύ, σιχαινόμουν αυτή τη δουλειά.
   Για τον καθαρισμό του χώρου του σχολείου φέρναμε όλοι φτυάρια, σκούπες (από ρείκια ή ασπροφόκαλα), καρότσια, όσοι είχαν, και φυσικά νερό.
  Πετούσαμε τόνους πέτρες, χώματα κι άλλα σκουπίδια από τις αστρέχες του σχολείου, την αυλή και τους γύρω χώρους και από την πλατεία του Αγινκόλα.
   Αν σκέφτεστε με δυσπιστία που βρίσκονταν τόσα σκουπίδια και μπάζα υπάρχει απάντηση. Πρώτον ο καθένας μπορούσε να πετάξει τα σκουπίδια του όπου ήθελε. Ύστερα ήταν κι όλα όσα κατέβαζε το νερό της βροχής. Το στενό, ας πούμε, εκεί στου Καρακίτσιου, καθώς πάμε για την Παναγία και το παλιό σχολείο, πάντα όταν έβρεχε δυνατά γέμιζε από μπάζα. Το ίδιο και η Πλατεία του Άϊ-Νικόλα!

Ο Ζωγράφος και δάσκαλος Αντώνης Γιάγκος αναγνωρίζει τους:
Καθιστοί από αριστερά: Καρκαβέλης , Γκλαντής Τάκης, Γαλλιώτας Σταύρος. 
Όρθιοι πάνω: Καρκαβέλη Αρετή, Βούρτουρας Ευάγγελος, Νίκος Τσιοφλίκης, Αναστασίου Τάσος και Λυγγέρης Αντώνιος.
...................................
    Πέρα από αυτές τις εργασίες ήταν κι άλλες μικρότερης δυσκολίας, ορισμένες καθημερινές, συχνές, κι άλλες έκτακτες. Παράδειγμα, το κόψιμο του τυριού σε κομματάκια (μερίδες) για το πρωινό ρόφημα. Το άνοιγμα των κουτιών (κυλινδρικές κονσέρβες των 3 κιλών) με το μαχαίρι (τα ανοιχτήρια ήταν κι αυτά πολυτέλεια). Η εξαγωγή του τυριού. Το τυρί δεν έβγαινε εύκολα από το κουτί. Στην αρχή το κομμάτιαζαν κακήν κακώς (το σκυλόκοβαν, όπως θα λέγαμε) και το έβγαζαν κομμάτι -κομμάτι! Ο Βαγγέλης ο Μούμος, όμως, έκαμε μια εφεύρεση: Κάρφωσε ένα καρφί βαθιά, μέχρι το κεφάλι, στην κάσα της πόρτας του μαγειρείου, κι ύστερα έπιανε το κουτί αναποδογυρισμένο (με το στόμιο προς τα κάτω) και το έσερνε (σβάρνιζε) προς τα κάτω, κολλημένο πάνω στο ξύλο, έτσι ώστε να βρίσκει πάνω στο καρφί και να φρενάρει απότομα. Αυτό επαναλαμβανόταν πολλές φορές και η αδράνεια …έβγαζε το τυρί σιγά-σιγά έξω.
  Υπήρχε και μια δουλειά …σκέτη χαμαλίκα! Ήταν το κουβάλημα των κιβωτίων για τα συσσίτια. Τα κιβώτια που είχαν τυρί ή βούτυρο, περιείχαν 6 κουτιά κι ηταν γύρω στα 18-20 κιλά. Αυτά που είχαν γάλα ήταν ελαφρότερα. Τα κουβαλούσαμε από τη Τρανή Βρύση. Ναι, τότε δεν περνούσε αυτοκίνητο μέσα στο χωριό, ώστε να φτάσει μέχρι το σχολείο, δηλαδή στον Αι-Νικόλα. Το πολύ πολύ να διακυνδύνευε ο αυτοκινητιστής να φτάσει ως την κάτω πλατεία, στου Γάλλου. Πιο πάνω δεν πήγαινε. Η γωνία του Αδαμούλη έβγαινε τότε πολύ έξω κι υπήρχε και μια κληματαριά που εμπόδιζε. Ακόμα και στη Τρανή Βρύση πολύ λίγοι αυτοκινητιστές έρχονταν. Συνήθως σταματούσαν στου Καλαγιά. Το πέρασμα στου Γούτσιου ήταν πολύ στενό. Κάποτε έπεσε κάποιος πάνω στο σπίτι του Μπαλογιάννη κι έμεινε εκεί το αυτοκίνητο για περισσότερο από ένα μήνα, κι ο οδηγός σε αφασία στο νοσοκομείο.
Αν λάβουμε υπόψη πως τα κιβώτια των συσιτίων τα αποθηκεύαμε άλλοτε στο κοινοτικό κατάστημα κι άλλοτε στο Σχολείο ή στο σπίτι του Οικονόμου (χρησιμοποιήθηκε κάποτε κι ως αίθουσα διδασκαλίας), αντιλαμβάνεστε πόσο δρόμο κάναμε φορτωμένοι και πόσο επίπονη ήταν αυτή η…αγγαρεία!

Έπεται συνέχεια : Δουλειές ιδιαίτερα για τους δασκάλους


Υπηρετώντας τους δασκάλους
   Εκτός από αυτές τις δουλειές που γίνονταν για το σχολείο κι είχαμε - ας πούμε- μια κάποια υποχρέωση ως μαθητές, αφού ήταν για το δικό μας καλό, υπήρχαν κι εκείνες που γίνονταν για προσωπικό συμφέρον κι εξυπηρέτηση των δασκάλων κι όχι για τη σχολική κοινότητα.
   Όταν ήμουν -θαρρώ- στην τετάρτη τάξη, ήρθαν καινούριοι δάσκαλοι. Ο κύριος Εμμανουήλ Στυλιανάκης με τη σύζυγό του κυρία Αθανασία Παρίση κι ο κύριος Μπετσετές Κωνσταντίνος κι αυτός με τη γυναίκα του αλλά όχι δασκάλα.
   Οι προηγούμενοι δάσκαλοι ήταν όλοι ελεύθεροι, δηλαδή ανύπαντροι. Οι νέοι, που ήρθαν, ήταν παντρεμένοι και με παιδιά μικρά, μωρά ή νήπια νομίζω. Ένας εργένης σπάνια -ή και καθόλου- θα χρειαστεί να ζητήσει από μαθητές να πάνε για δουλειές στο σπίτι του. Οι ανάγκες του εργένη είναι, θα λέγαμε, απλοποιημένες. Ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαΐ, που λέει ο λόγος! Η οικογένεια έχει απαιτήσεις και πρόσθετες ανάγκες .
  Ο Στυλιανάκης και η γυναίκα του την πρώτη αγγαρεία που ζήτησαν από μαθητές, ήταν το κουβάλημα του νερού. Το νερό τότε ήταν μεγάλο πρόβλημα. Έπρεπε να το κουβαλούν με τα γκιούμια από τη Τρανή Βρύση.
  Ευτυχώς που τις επόμενες χρονιές έγινε το υδραγωγείο κι εκτός από τη μεγάλη βρύση (που υπήρχε πάντα από παλιά) στην Αλευριά, τοποθετήθηκαν κι άλλες βρύσες σε διάφορα σημεία του χωριού. Μία βρύση είχε τοποθετηθεί στην είσοδο της πλατείας του Αι-Νικόλα. Ο Στυλιανάκης έμενε σε ένα σπίτι που ήταν σε ένα στενό πίσω από της Μποϊλούς. Σχετικά μικρή η απόσταση. Πριν, όμως, η απόσταση μέχρι τη Τρανή Βρύση ήταν αρκετά μεγάλη και η κούραση μεγαλύτερη. Ωστόσο, νομίζω πως κι οι μαθητές με τη θέλησή τους και με ευχαρίστηση πήγαιναν. Γιατί; Διότι για μερικούς ήταν προτιμότερο να είναι φορτωμένοι κι έξω από την τάξη, παρά να είναι μέσα στην τάξη κι να ακούν το δάσκαλο να διδάσκει βαρετά και ακατανόητα πράγματα. Μερικοί, που ήθελαν να αποφύγουν το μάθημα, πήγαιναν από μόνοι τους και ζητούσαν από το δάσκαλο, να πάνε για νερό και φυσικά να βρουν την ευκαιρία να την κοπανίσουν. Αυτό ήταν σύνηθες φαινόμενο. Μερικοί πήραν ενδειτικό και απολυτήριο όντας συνεχώς έξω από την αίθουσα. Ιδίως κάποιες κοπέλες που στα γράμματα ήταν ¨ανεπίδεκτες μαθήσεως¨ προσφέρονταν όχι μόνο για το κουβάλημα του νερού που, στο κάτω-κάτω, ήταν για την τελευταία ώρα, αλλά και για την φύλαξη των μωρών που ήταν καθόλη τη διάρκεια του ημερήσιου προγράμματος.
  Τα κορίτσια της έκτης, εκείνα τα χρόνια, δωδεκάχρονα ή και δεκατριάχρονα -λόγω απόρριψης και μη προαγωγής στην άλλη τάξη, υπήρχε κι αυτή η ηλικία- ήξεραν να κάνουν όλες τις δουλειές. ´Ετσι μαζί με τη φύλαξη των παιδιών συγύριζαν και το σπίτι: το σκούπισμα, το σφουγγάρισμα κι το άπλωμα της μπουγάδας ήταν από τις συνηθισμένες δουλειές παραδουλεύτρας που έκαναν οι οι μαθήτριες τότε για τους δασκάλους τους. Σωστές νοικοκοιρούλες οι κοπελιές. Όταν σχολούσε η δσκάλα εύρισκε το σπίτι κούκλα. Η αδερφή μου η Αρετή μαζί με τη Γλυκερία του Βλάχου είχαν πάει πολλές φορές στης κυρίας Αθανασίας, αλλά κι άλλες μαθήτριες που τώρα δεν θυμάμαι.
  Ο Μπετσετές όταν ήρθε, την πρώτη χρονιά έμενε στο σπίτι της θειας Αλσάβως στον Κούκουρδα. Πρόβλημα για το κουβάλημα του νερού δεν υπήρχε. Ο κούκουρδας είχε πάρει νερό με δίκτυο που το τροφοδοτούσε ένα υδραγωγείο που κατασκευάστηκε δυο χρόνια νωρίτερα και ξεκινούσε από τη Τρανή Βρύση. Ήταν η πρώτη βρύση που έπαιρνε νερό από δίκτυο με μεταλλικούς σωλήνες και είχε κάνουλα που έβγαζε το νερό με πίεση. Αυτή η βρύση βρισκόταν κάπου κοντά στου Βούρτουρα, νομίζω. Έτσι η απόσταση από το σπίτι της Αλσάβως ήταν σχετικά κοντά και η προμήθεια νερού εύκολη.
  Διαβάζοντας κανείς αυτές τις γραμμές μπορεί και να αναρωτηθεί γιατί αναφέρω το κουβάλημα του νερού σαν μεγάλο πρόβλημα. Για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν. Δεν ήταν μόνο το βάρος στα χέρια ή στον ώμο. Ήταν η μάχη που έπρεπε να δώσεις για να πάρεις σειρά και να γεμίσεις. Φανταστείτε ένα χωριό, κοντά στις δυόμισι με τρεις χιλιάδες, να περιμένει να πάρει νερό από μία ή δυο βρύσες. Βέβαια, για πολλές γυναίκες και ιδίως ανύπαντρες κοπέλες ήταν μια ευκαιρία για έξοδο και πέρασμα με νάζι και καμάρι από την πλατεία, που συνήθως κάθονταν στα γύρω μαγαζιά οι νεαροί του χωριού. Ωστόσο δεν έπαυε να είναι μια…αποστολή χρονοβόρα, επίπονη και μερικές φορές αιτία για καυγάδες.

   Ο Μπετσετές δεν αποσχόλησε μαθητές για τη φύλαξη του παιδιού του κι άλλες σπιτικές δουλειές διότι η γυναίκα του ήταν άνεργη κι έμενε στο σπίτι. Μόνο όταν μετακόμισε την επόμενη χρονιά στου Νίκου του Κολέτσιου το σπίτι, μας αγγάρεψε να βοηθήσουμε στην μετακόμιση. Αυτός είχε άλλες συνήθειες. Επειδή το σπίτι του Κολέτσιου ήταν μακριά από τα μαγαζιά -στην Αλευριά δεν υπήρχαν μαγαζιά- κι ο ίδιος ήταν φίλος της παρέας κι αργούσε να πάει σπίτι, έπρεπε να φροντίζει να φτάνουν έγκαιρα, τουλάχιστον, τα ψώνια. Γι᾽ αυτό στο μεγάλο διάλειμμα ή καμιά ώρα πριν σχολάσουμε, έστελνε μαθητές να αγοράσουν και να μεταφέρουν στο σπίτι του διάφορα ψώνια. Άλλοτε πάλι έστελνε κάποιους να βρουν και να φέρουν φρέσκα αυγά ή κοτόπουλο ή τυρί ή γάλα, από χωριανούς μας που ήξερε πως έχουν για πούλημα. Κάποτε έστειλε κι εμένα να πάρω μια κότα από τη Λευτέρω του Κουβαρά που έμενε απέναντι από το σπίτι μου.
Ο δάσκαλος Μπετσετές και στον κύκλο ο Αντώνης Γιάγκος.

   Εκείνο, όμως, που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι το κρύο που μάζεψα μια χειμωνιάτικη μέρα που όλα γύρω ήταν παγωμένα κι ο Μπετσετές με άλλους δυο ή τρεις συμμαθητές μου, μας ανάθεσε να του κόψουμε ξύλα για τη σόμπα του. Ήταν στις αρχές του χειμώνα λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Χειμώνιασε απότομα εκείνη τη χρονιά. Όταν σχολάσαμε άρχισε να ψιλορίχνει αραιές νιφάδες. Ο Μπετσετές φώναξε εμένα κι άλλους δυο τρεις από την Αλευριά, να φορτωθούμε τρία τέσσερα ξύλα ο καθένας από τα ξύλα του σχολείου, να τα μεταφέρουμε στο σπίτι του και να τα κόψουμε με το πριόνι. Έτσι και κάναμε. Αφού φτάσαμε στο σπίτι, αρχίσαμε να πριονίζουμε, ενώ εκείνος μπήκε στο σπίτι του, να ζεσταθεί και φυσικά να φάει και να ξεκουραστεί. Το χιόνι άρχισε να πέφτει πιο πυκνό και τα χέρια άρχισαν να παγώνουν. Είχαμε αρκετά άκοπα ακόμα. Το πριόνι δεν έκοβε καλά και η δουλειά καθόλου δεν μας φτουρούσε. Αρχίσαμε να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον. Όλοι το ίδιο σκεπτόμασταν αλλά δεν τολμούσαμε να το πούμε. Και τότε, λες και μας λυπήθηκε ο θεός, μας είδε που τουρτουρίζαμε η Αγνίτσα του Μπελιά κι άρχισε τις φωνές:

-Χαζά είσαστε, μωρέ; …θα ξεπαγιάσετε. Δεν έχετε μάνες να σας συμμαζέψουν;

Άκουσε, φαίνεται, ο Μπετσετές και βγήκε. Ντράπηκε, ίσως, και μη θέλοντας να σχολιαστεί άσχημα από το χωριό, μας έδιωξε αμέσως. Τα υπόλοιπα μη φανταστείτε πως συνέχισε να τα κόψει ο ίδιος! Η παγωνιά καταβάλλει και τους μεγάλους! Κι ύστερα, ….με αυτά που του κόψαμε εμείς, μπορούσε να ζεσταίνετε για καναδυό μέρες, τουλάχιστον!






   Έτσι ήταν τότε. Μας ¨παίδευαν¨ οι δάσκαλοι, μας βασάνιζαν οι γονείς, μας σκληραγωγούσε η ζωή. Τότε δεν μιλούσε κανείς για τα δικαιώματα του παιδιού. Άγνωστη λέξη κι έννοια τα ¨δικαιώματα¨ του παιδιού, ίσως και του ανθρώπου. Σκληρά χρόνια, με άρωμα στρατιωτικής πειθαρχίας και αστυνόμευσης.

Αντώνης Γιάγκος

Ζωγράφος

Νίκαια Λάρισας