Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ Η ΜΠΑΡΜΠΑΛΙΑΣ

ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ ΗΛΙΑΣ Η ΜΠΑΡΜΠΑΛΙΑΣ 01-08-06 ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ
Ο Ηλίας Καραμάνης παρακολουθεί, στο σχολείο, τα ποιήματα που λένε τα δισέγγονά του.

   Είχα ενημερώσει πριν αρκετές ημέρες τον Μπαρμπαλιά ότι θα περνούσα από το σπίτι του να μου πει ότι γνωρίζει από το παρελθόν.

 Ν.Τ.: Αυτό είναι μαγνητόφωνο, ξέρεις, ότι λέμε τα γράφει.
Ηλίας: Άστο να γράφει. Αγόρασα σταφύλια κι έφτιαξα κρασί. Έβαλα μέσα και σταφίδα για να γίνει πιο γερό, να μην ξενίζει καμιά φορά. Έχω και το καινούριο βιβλίο του Κουβαρά.
Ν.Τ: Θέλω τρία βιβλία.
Ηλίας: 18 Ευρώ, θα βάλω και τυρί με πατλιτζιάνη να πιούμε τσίπουρο.
  Από τότε που έπαθε η γιαγιά αυτό, (η γυναίκα του έπεσε από το σπίτι του κάτω στο ρέμα) έμένα μ’ έδειξε θαύμα ο θεός και από τότε Τετάρτη κα Παρασκευή δεν τρώω, είναι καλό και για την υγειά μου και το πιστεύω. Τον Γ. Ευθυμιάδη τον έλεγα: «Για σένα δεν υπάρχει θεός για μένα υπάρχει». Αυτό το κρασί άστο 10 χρόνια δεν ξινίζει ποτέ. Ο Θανάσης ο γύφτος με γέλασε με τα σταφύλια (Ν.Τ. Έδωσε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε,  μάλλον, ο Θανάσης, έκανε λάθος στο λογαριασμό και πήρε 14 Ευρώ παραπάνω.) Δώσε μου τα λεφτά πίσω, εγώ είμαι κομουνιστής τον είπα και πήρα πίσω τα 14 Ευρώ. Το πρωί βγαίνω βόλτα και το βράδυ πάω στον Τάσιο Κούρια και παίζω χαρτιά. Ήρθα εδώ το 1975, το 1974 ήμουν 60 χρονού. (Ν.Τ. Άρα γεννήθηκε το 1914, δεν γνώριζε αριθμητική). Τα έφτιαξα αργότερα αυτά εδώ κάτω (μπαχτσές). Τότε έφτιαχνε ο Κουκόπουλος τα φράγματα εδώ κάτω από το σπίτι και ο Τζιουλής (Μπάτσικας Γεώργιος) ήταν αντιπρόεδρος δεν με έφτιαχναν το ντουβάρι. Έβαλα κερασιές από δω κάτω και έφτιαξα του ντουβάρι, πήρα τον Γιάννη Βούρτουρα και δούλεψε κι αυτός. Έφερνα την πέτρα από δω πάνω με σβαρνίστρα, την έχω εδώ, έβαλα σίδηρο κάτω απ’ την σβαρνίστρα για να γλιστράει, τέτοια δουλειά δεν κάνει κανένας (Έφτιαξε μόνος του πολλά ντουβάρια με πέτρα, γιατί έχει μεγάλη κλίση ο μπαχτσές). Δεν υπάρχει χορτάρι, ανεβαίνω και πάνω στα δέντρα, κλαδεύω, έβαλα πράσα, σέλινα, κρεμμύδια, ότι θες φτιάχνω εγώ. Έβαλα Αμύγδαλα, κυδώνια, μηλιά, ρόδια και πολλά άλλα.
   Στην αρχή ήμουν στο Ουζμπεκιστάν 13 -14 χρόνια και μετά έφυγα και πήγα στο Καζακστάν, παράνομος πήγα, με τον Τσιαγγάλη Φώτη και με τον Μιλτιάδη Μπουζούκη κι αυτοί παράνομοι και δουλεύαμε στις οικοδομές Έκατσαν αυτοί 3-4 μήνες και έφυγαν για την Τασκένδη γιατί εκεί είχαν τις οικογένειες. Εκεί γνώριζε ο Φώτης ένα μηχανικό. Στην Τασκένδη είχα μια Μουσουλμάνα και την παράτησα γιατί είχε απαιτήσεις, ήμουν και μάγειρας στην Τασκένδη για 2 χρόνια. Στο Καζακστάν ήταν μια χήρα ταμίας. Αυτή ήταν απ’ την Μπισαράμπια, κράτος ήταν. Βάσια την έλεγαν, είχαν κρασιά πολλά, πολύ φτώχεια, αυτούς τους ονόμαζαν Βουλγάρους και ήταν Χριστιανοί, το 1955 ήταν. Τέτοια γυναίκα δεν βρήκα πουθενά, ήταν καλή μορφωμένη και καλή ψυχή. Όταν ερχόμουν κουρασμένος, μ’ έπλενε τα πόδια με ζεστό νερό, ζούσα μ’ αυτήν παράνομος. Εκεί ήταν ένα νησί που το είχαν δύο αδέρφια που μάλωναν και έφυγε ο ένας και το πουλούσε 6.000 ρούβλια, μετά επειδή πάγωσε και έμεινε χέρσο 4.000 ρούβλια. Εγώ είχα 40.000 ρούβλια. Ήμουν παράνομος εκεί και έφτιαξα τα χαρτιά για αγορά, στη Βάσια. Μετά έβγαλα απ’ τον Κουρβανά 4.500 ρούβλια με τον τόκο και τα έβαλα πάλι στην τράπεζα (Ν.Τ. Ότι έβγαζε το κτήμα τα μοίραζαν με την Βάσια). Είχα 10 προβατίνες, αγόρασα μελίσσια, βαρέλια για τσίπουρο και κρασί. Μάζευα 3 - 3,5 τόνους σταφύλια, είχα κοτόπουλα, κουνέλια, χήνες, Γαλοπούλες, γουρούνι, σκύλο. Έβαζα ζαρζαβάτια, μετά την δουλειά, στην οικοδομή, τα έφτιαχνα αυτά.
   Εκεί στην Τασκένδη που είχα την Μουσουλμάνα, ένας φαρμακοποιός βρήκε ένα φάρμακο για το έκζεμα, ήταν το αυγό απ’ το γουρούνι και έφτιαχνε αλοιφή. Είχα έκζεμα στα αφτιά,  την γυναίκα του γιατρού την έλεγαν Νούσια.
Ν.Τ.:  Πως το έφτιαχνε;
Ηλίας: Έβαζε το λίπος αυτό στο κατσαρόλι και το κατσαρόλι το έβαζε μέσα σε καζάνι με νερό. Μέχρι να λιώσει, τι έβαζε άλλο δεν ξέρω.
Μόνο το λίπος παστώνουν με αλάτι. Ήταν δύο στρέμματα αυτό το μέρος και μ’ έλεγαν μικρό τσιφλικά. Το χειμώνα κατέβαζα την κληματαριά και την σκέπαζα με χώμα αφού πρώτα την κλαδεύαμε. Έφτιαξα στα παλιάμπελα τις καστανιές, εδώ τον κήπο, έφτιαξα και το σπίτι στο Κ. Νερό, το πάτωμα.
Από αριστερά: Γιάννης Γουργιώτης, Γιάννης Γκουβάνης, Παπαρίζος Τάσιος, ο Μπαρμπαλιάς, Δαλδάς Γεώργιος, Σακαρέτσιος Δημήτριος,  Καραμάνης Στέφανος, Αργύρης Αθανάσιος, Παπαλεξανδρής Γιάννης και ο μικρότερος σε ηληκία Ράπτης Ρίζος.  Η φωτογραφία βρίσκεται σε καφενεία του χωριού. Ένα μπράβο στον φωτογράφο που οπωσδήποτε θα μάθουμε ποιος είναι και θα γραφεί το όνομά του.

ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ ΗΛΙΑΣ ΤΟΥ Ζαφείρη η Μπαρμπαλιάς.
 03-03-2005

   … Τώρα από κει που ήμουν,(Καζακστάν)  ερχόμαστε εδώ στην Ελλάδα. Όταν ήρθα δω δεν μπορούσα να κάμω σε άτομα κακό, καλό έκαμα, κακό δεν έκαμα. Έναν πεθερό κάποιας νύφης μας, του έδωσα δέκα χιλιάδες δρχ για να κάνει Πάσχα, έκανα πολλά καλά, πήγαινα και στην εκκλησία, έκανα και εράνους για χωριανούς που είχαν ανάγκη. Η μάκου η δική μου ήταν καλά, γερή, και την παραμονή τής Αγίας Κυριακής ήμασταν στον πλάτανο στην πλατεία με τον Τάσιο Παπαρίζο, Βασίλη Τσολάκη και πολλούς άλλους, τους λέω: Ο Χριστός αναστήθηκε ή τον ανάστησαν οι κοπρίτες και κοροϊδεύουν την κοινωνία;  «Α, ρε, λέει ο Τσιολάκης, μην κοροϊδεύεις». Όχι, λέω τι βλέπω, δεν ξέρω. «Ά, μωρέ, λέει ο Γκουβάνης, δεν βλέπεις θαύματα, τα αστέρια, τον ήλιο..» Ποιος τάφτιαξε αυτά; «Ο θεός», μου λέει. Είσαι σίγουρος, του λέω, «Σίγουρος», μου λέει. Τον θεό ποιος τον έφτιαξε μπορείς να μου πεις; «Α, σταμάτα». Φάγαμε στο σπίτι, πλύναμε τα πιάτα, έβαλα τις πιτζάμες και έβλεπα την τηλεόραση. Τι κάνει η μάκου; Πως δεν ήρθε μέσα; Ανοιχτή είναι η πόρτα. Πήγε η μάκου στην αυλή κοντά στο ντουβάρι και έπεσε κάτω. Τα γιαλιά και η μακούλα έμειναν στην Τζινιρικιά πάνω πάνω, η κάλτσα η μία στον φράχτη λίγο πιο κάτω κι η παντόφλα εκεί. Από κει άλλο ντ’βάρ’ ψηλό και από κει κατ’, πιο κατ’ ήταν πέτρες, τσάκνα, πέρασε από πάνω, άλλο φράχτ’ μι σπάρτσα και έπεσε κατ’ στο ρέμα στα τσουκνίδια και από κει στα κιούγκια στο δρόμο. Ογδόντα μέτρα κάτω. Εγώ έψαχνα με φακό, έφερα εδώ στο σπίτι απ’ έξω, τον Γκλαντή, και τον είπα να κοιτάξει γιατί αυτός βλέπει καλά και ακούει, εγώ ούτε βλέπω ούτε ακούω καλά, αλλά και αυτός δεν είδε ούτε άκουσε τίποτα. Πάω ύστερα να φωνάξω τον Στεφανάρα, τον γαμπρό μου,  πιο πάνω η Χρυσούλα Νάκα άκουσε την φωνή της γριάς  και μου λέει: «Να τώρα μόλις άκουσα φωνή και είναι κάτω στου λάκκου». Γυρνώ πίσω και πάω προς τα κάτω:
- Παππού ώ παππού, φωνάζει η γιαγιά .
   Ο Νίκος Καραμάνης άκουσε την φωνή και έφτασε πιο νωρίς από μένα εκεί κάτω.  Να με πάτε στο κρεβάτιμ’, να μι φέρτε τα γυαλιά, παντόφλες, μακούλα. Αύριο θα σ’τα φέρουμε, λέω. Δεν χτύπησε πουθενά, μόνο λίγες γρατσουνιές είχε. Έκαμα το σταυρό και λέω: Με δοκίμασε ανωτέρα δύναμη και λέει: «Βρε μπαρμπαλιά, εκεί σε φύλαξα, εκεί σε φύλαξα, εδώ ήρθες, είσαι καλός άνθρωπος δεν έκανες σε κανέναν ζημιά, καλό κάνεις κακό δεν κάνεις, αλλά έχεις αμφιβολίες για το Χριστό και το Θεό;» Τα λέω εγώ αυτά, «τώρα θα σε δείξω εγώ, θα πιστέψεις ή δεν θα πιστέψεις;»  Από τότε έγινα Ορθόδοξος Χριστιανός και κήρυκας υπέρ της θρησκείας και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή δεν αρταίνομαι, την Κυριακή πήγαινα χορτάτος στην εκκλησιά, το έκοψα και αυτό το φαΐ, αυτόν τον νόμο εφάρμοσα.
   Να πω ακόμα μια Ιστορία;
   Είχα σταματήσει να δουλεύω μεροκάματα. Πήγα στον Γιάννη Ζαχαρό να τον φτιάξω μια σταλαματιά στο σπίτι του. Πήγα να τον φτιάξω την σταλαματιά, σαν άνθρωπος να τον βοηθήσω και πάντα με φωνάζ’ για να με κεράσ’ στο καφενείο. Πήγα στο Θανάση Γιάγκο για μια σταλαματιά και αφού κατέβηκα κατ’ με φέρνει η γυναίκα του δέκα χιλιάδες, δεν τις δέχτηκα. Εγώ παίρνω λεφτά μόνο για το κόμμα όχι για τον εαυτό μου, αν θες κόψε ένα μικρό κουπόνι, είπα, το ίδιο έκανα και στον Μπαμπή, θα πάρω λίγα λεφτά άλλα στο κόμμα, γι’ αυτό το πράγμα έγραψε και η εφημερίδα Ριζοσπάστης.

Ν.Τ. Ο Μπαρμαλιάς ήταν και είναι Φιλότιμος και Δίκαιος, αυτούς αγαπά ο Θεός, ακόμα και αν οι ίδιοι δεν το γνωρίζουν.

ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ,ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ melivoia1 ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ- ΕΜΦΥΛΙΟ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΥΣ ΓΕΝΙΚΑ.

  Στο e-mail nikostsintsirakos@yahoo.gr